ΥΓΕΙΑ

Ανεμβολίαστοι από άγνοια και φόβο

anemvoliastoi-apo-agnoia-kai-fovo-2352843

Ως μία υποχρέωση της παιδικής ηλικίας και μόνο αντιλαμβάνονται πολλοί Ελληνες τον εμβολιασμό. Ενα στα τρία άτομα στη χώρα μας δεν έχει κάνει ούτε ένα εμβόλιο στην ενήλικη ζωή του με βασικό «ένοχο» την άγνοια για την αναγκαιότητά τους. Μοναδική εξαίρεση φαίνεται να είναι ο αντιγριπικός εμβολιασμός με δύο στους τρεις ενήλικες άνω των 60 ετών να ακολουθούν πλέον τις συστάσεις των γιατρών. Παράλληλα, ένας στους τρεις ενήλικες εκφράζει προβληματισμό για τις άμεσες παρενέργειες των εμβολίων και σχεδόν ένας στους επτά αμφισβητεί την αποτελεσματικότητά τους, «προσπερνώντας» πάλι από άγνοια το γεγονός ότι σώζουν εκατομμύρια ζωές κάθε χρόνο και έχουν συμβάλει στο να ξεχαστούν σοβαρές ασθένειες. 

Το μεγάλο κενό στις γνώσεις του πληθυσμού σχετικά με τα εμβόλια στην ενήλικη ζωή αναδεικνύει πολυκεντρική μελέτη που οργανώθηκε και υλοποιήθηκε από την Επιτροπή Ερευνας της Ελληνικής Εταιρείας Γενικής/Οικογενειακής Ιατρικής και η οποία παρουσιάστηκε στο πλαίσιο του Πανελλήνιου Συνεδρίου για τα Οικονομικά και τις Πολιτικές της Υγείας, αποσπώντας βραβείο ως η καλύτερη αναρτημένη ανακοίνωση. Στη μελέτη συμμετείχαν ως ερευνητές 23 γιατροί σε μονάδες Υγείας πανελλαδικά (Κέντρα Υγείας, Τοπικές Μονάδες Υγείας και περιφερειακά ιατρεία στους νομούς Αττικής, Θεσσαλονίκης, Πιερίας, Εύβοιας, Καρδίτσας, Κορινθίας, Ηρακλείου, Χαλκιδικής, Ξάνθης και Εβρου), οι οποίοι ζήτησαν από πολίτες που επισκέφθηκαν τα ιατρεία τους το διάστημα από τον Μάρτιο έως τον Ιούλιο 2019 να απαντήσουν σε ένα ερωτηματολόγιο. Στο κάλεσμα αυτό ανταποκρίθηκαν 1.571 ενήλικα άτομα.

Από την επεξεργασία των απαντήσεων προέκυψε ότι το 28% δεν είχε πραγματοποιήσει εμβόλιο στην ενήλικο ζωή του, ενώ το 34,2% πίστευε λανθασμένα ότι ήταν πλήρως εμβολιασμένο. Σε αντιγριπικό εμβολιασμό είχε υποβληθεί κατά την περυσινή περίοδο το 65,5% των συμμετεχόντων άνω των 60 ετών, ενώ το 11,2% των ατόμων αυτής της ηλικίας δεν γνώριζε εάν τον χρειάζεται. Εμβόλιο πνευμονιόκοκκου την τελευταία 5ετία –όπως συστήνεται από το Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμού– είχε κάνει το 43,7% των συμμετεχόντων ηλικίας 65 ετών και άνω και το 26,1% δήλωσε ότι δεν ήξερε ότι έπρεπε να το κάνει. Ακόμα πιο χαμηλή είναι η εμβολιαστική κάλυψη έναντι του έρπητος ζωστήρος (μόλις 2,5%) στους άνω των 60 ετών –πρέπει να γίνει στα άτομα αυτής της ηλικίας ανεξαρτήτως προηγούμενου επεισοδίου προσβολής από τη νόσο–, ενώ το 71,4% δήλωσε άγνοια. Δύο στους δέκα  (20,8%) δήλωσαν ότι έχουν κάνει αντιτετανικό εμβόλιο (τέτανο, διφθερίτιδα, κοκκύτη) εντός δεκαετίας και άγνοια για την αναγκαιότητά του ανέφερε το 47,7%. Εμβόλιο έναντι της ιλαράς στους γεννηθέντες μετά το 1970 καταγράφηκε στο 32,8% ενώ 38,7% δήλωσαν άγνοια.

«Πολλά εμπόδια»

Οπως σχολιάζει στην «Κ» η κ. Αναστασία Παπαϊωάννου, γενικός/οικογενειακός ιατρός στο Κέντρο Υγείας Νέας Μάκρης, η οποία συμμετείχε στη μελέτη «παρά τις εξαιρετικές επιτυχίες τους, τα εμβόλια δεν έφθασαν ακόμη στον προσδοκώμενο στόχο του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, ο οποίος είναι η σταδιακή εξάλειψη όλων των νοσημάτων για τα οποία μπορούν να εφαρμοστούν. Φαίνεται πως υπάρχουν πολλά εμπόδια στην αποτελεσματική εμβολιαστική κάλυψη ενός πληθυσμού συνολικά. Συχνά θεωρείται λανθασμένα ότι μόνο τα παιδιά αποτελούν εμβολιαστικό στόχο και αμελούνται οι έφηβοι και ενήλικες και ιδιαίτερα αυτοί που ανήκουν σε ομάδες υψηλού κινδύνου λόγω της προχωρημένης ηλικίας τους, του επαγγέλματός τους, του τρόπου ζωής τους ή της κατάστασης υγείας τους». Και προσθέτει, «για την ελληνική πραγματικότητα, εκτός από τον εμβολιασμό για την εποχική γρίπη, υπάρχουν ελάχιστα δεδομένα για την εμβολιαστική κάλυψη των ενηλίκων. Η απουσία ενός εθνικού μητρώου εμβολιασμού εμποδίζει την αναζήτηση ατόμων που θα μπορούσαν να εμβολιαστούν, είτε γιατί δεν είχαν εμβολιαστεί ως παιδιά, είτε γιατί θα πρέπει να κάνουν αναμνηστικές δόσεις εμβολίων, είτε γιατί σήμερα υπάρχουν νέα εμβόλια που απευθύνονται σε αυτούς. Η πληρέστερη ενημέρωση και η θέσπιση εθνικών στρατηγικών για την προώθηση του εμβολιασμού αποτελούν ύψιστη πραγματικότητα τόσο της δημόσιας υγείας, όσο και της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας, σε μία συντονισμένη εθνική προσπάθεια για ουσιαστική αύξηση της εμβολιαστικής κάλυψης των ενηλίκων».

Η μελέτη κατέγραψε και ένα σημαντικό ποσοστό ενηλίκων που εκφράζουν φόβο και καχυποψία έναντι των εμβολίων. Το 33,7% ανέφερε φόβο για πιθανές άμεσες παρενέργειες μετά τη διενέργεια εμβολιασμού, το 24,2% για μελλοντικές επιπλοκές, ενώ ένας στους δέκα (11,3%) ανέφερε ότι φοβούνται τη βελόνα. Σχεδόν δύο στους δέκα (18,5%) δήλωσαν ότι είχαν γνώση κάποιου περιστατικού με επιπλοκές έπειτα από εμβολιασμό.

Το 13,5% των συμμετεχόντων αμφισβήτησε την αποτελεσματικότητα των εμβολίων, ενώ το 20,8% εξέφρασε την επικίνδυνη άποψη ότι η νόσηση από μία ασθένεια θα ήταν αποτελεσματικότερη για την απόκτηση μελλοντικής ανοσίας από τη διενέργεια εμβολιασμού. Το 37,8% θεωρεί ότι τα εμβόλια είναι ένας τρόπος να κερδίσουν χρήματα οι φαρμακευτικές εταιρείες. Τέλος, το 22,2% ανέφερε οικονομικές δυσκολίες για την κάλυψη του κόστους της ιατρικής επίσκεψης προκειμένου να κάνει το εμβόλιο.

«Ελλειμμα γνώσεων»

Σύμφωνα με την κ. Παπαϊωάννου, η μείωση του ποσοστού των Ελλήνων που προβληματίζονται για τις παρενέργειες των εμβολίων μπορεί να επιτευχθεί με τη σωστή ενημέρωση. «Η διάθεση επαρκούς χρόνου από τους επαγγελματίες υγείας και η βελτίωση της σχέσης ιατρού-ασθενούς μπορεί να προσφέρει σημαντικά οφέλη προς αυτή τη κατεύθυνση. Οι πεποιθήσεις για την αναποτελεσματικότητα των εμβολίων έχουν αυξητικές διαστάσεις τα τελευταία χρόνια σε παγκόσμιο επίπεδο και αφορούν το γενικότερο πρόγραμμα εμβολιασμού, τόσο των παιδιών όσο και των ενηλίκων. Σε αυτό συντελεί η διάδοση των απόψεων αυτών από μη έγκυρες επιστημονικές πηγές αλλά και τα προσωπικά βιώματα του κάθε ανθρώπου, που δεν αποδεικνύονται από μελέτες στον τομέα αυτό. Ετσι, αναδεικνύεται ένα σημαντικό έλλειμμα γνώσεων σχετικά με την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα των εμβολίων».