ΠΡΟΣΩΠΑ

Μ. Μάτσας: Ο Λιγνάδης θα φέρει στο Εθνικό ό,τι του έλειπε

m-matsas-o-lignadis-tha-ferei-sto-ethniko-o-ti-toy-eleipe-2350675

Μουσική για τέσσερις παραστάσεις: «Τερέζ Ρακέν» με τη Μαρία Κίτσου, «Οιδίπους τύραννος» σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Μαρκουλάκη, «Του Κουτρούλη ο γάμος» με τη Σμαράγδα Kαρύδη και τον Νίκο Κουρή και οσονούπω «Μακμπέθ» με τον Δημήτρη Λιγνάδη σκηνοθέτη και πρωταγωνιστή, στο Εθνικό Θέατρο. Και για τρεις ταινίες: «Φαντασία» του Αλέξη Καρδαρά, «Πράσινη θάλασσα» της Αγγελικής Αντωνίου και «Ευτυχία» του Αγγελου Φραντζή. Ολα αυτά σε έναν μόλις χρόνο. «Φέτος πέτυχα ρεκόρ για τα δεδομένα μου. Πολύς όγκος δουλειάς, πράγματι», παραδέχεται ο Μίνως Μάτσας. «Ομως το πρόβλημα δεν είναι μόνο η ποσότητα. Είναι ότι δεν μπορώ να ξεφύγω από… τον εαυτό μου. Τα δίνω όλα κάθε φορά. Προφανώς διαθέτω κάποιες ευκολίες έχοντας κατακτήσει μια τεχνική, αλλά όποτε ξεκινάω να γράφω, έχω την ίδια αγωνία και την ίδια λαχτάρα. Θα σου ακούγεται, ίσως, στερεότυπο, αλλά αυτό συμβαίνει».

Απόφοιτος του Ορφείου Ωδείου και της φημισμένης αμερικανικής μουσικής σχολής Juillard, ο Μίνως Μάτσας έχει υπογράψει δεκάδες τραγούδια και έχει ντύσει με τις μουσικές του ταινίες, τηλεοπτικές σειρές, παραστάσεις θεάτρου και χορού. Ειδικά από το 2015 και μετά, όταν επέστρεψε στην Ελλάδα από τις Ηνωμένες Πολιτείες όπου έζησε για σχεδόν δεκαπέντε χρόνια, η συγκομιδή του είναι εντυπωσιακή. Τι είναι αυτό που τον κινητοποιεί και τον εμπνέει; «Με συναρπάζει να λέω ιστορίες μέσα από τη μουσική· και δεν αναφέρομαι φυσικά στα τραγούδια, που έτσι κι αλλιώς, λόγω του στίχου, το πετυχαίνουν πιο εύκολα. Ο Ακος Δασκαλόπουλος, που ήταν από τους πρώτους που άκουσαν τις συνθέσεις μου, είχε πει ότι έχουν εικόνες μέσα τους. Αυτό έχω πάντα στο μυαλό μου όταν γράφω».

Ειδικά στο σινεμά ο πήχυς της δυσκολίας είναι υψηλότερος. Γιατί οι ιστορίες που ο ίδιος καλείται να αφηγηθεί στην πραγματικότητα είναι εκ των προτέρων σχηματισμένες, είναι ήδη εικόνες. «Ναι, είναι δύσκολο άθλημα αυτού του είδους η μουσική», επιβεβαιώνει. «Κινηματογραφικά πλάνα και σκηνές πρέπει να γίνουν ένα σώμα με τις μελωδίες, να μην μπορείς να ξεχωρίσεις το ένα από το άλλο – μόνο τότε έχει πετύχει τον στόχο του ο συνθέτης». Του ζητώ δύο λόγια για τη «Φαντασία», που ήδη προβάλλεται στις αίθουσες (από την Feelgood). «Είναι ένα καλοφτιαγμένο ελληνικό μελόδραμα. Μέσα από μια ερωτική ιστορία δίνει στους θεατές μια “φέτα” ζωής από τις αρχές της δεκαετίας του ’90». Και η «Ευτυχία», που θα κυκλοφορήσει στις 19 Δεκεμβρίου (από την Tanweer); «Βιογραφεί με εξαιρετικό τρόπο την Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, μια γυναίκα που έζησε δέκα ζωές σε μία, με σοφία αλλά και τρέλα: ήρθε πρόσφυγας από τη Μικρά Ασία, έγινε ηθοποιός στα μπουλούκια, ερωτεύθηκε με πάθος, παντρεύτηκε δύο φορές, έχασε τη μια κόρη της, έγραψε σπουδαία λαϊκά τραγούδια. Ο μύθος της μεγεθύνει, ίσως, κάποιες πτυχές της, όπως το πάθος της για τα χαρτιά. Αλλά δεν ήταν αυτοκαταστροφική· απλώς είχε κάνει τις επιλογές της».

Ο ίδιος έχει κάνει τις δικές του; «Φυσικά. Θέλω να συνεργάζομαι μόνο με όσους έχουν τον ίδιο με εμένα κώδικα επικοινωνίας. Να μπορώ μετά τη δουλειά να πιω μαζί τους ένα ποτήρι κρασί και να το απολαμβάνω. Να μη φεύγω τρέχοντας», απαντά γελώντας. Η μουσική τον έχει αλλάξει πολύ, παραδέχεται. «Εχω γνωρίσει βαθύτερα τον εαυτό μου. Κι ελπίζω να έχω γίνει καλύτερος. Οχι ότι δεν υπάρχει περιθώριο περαιτέρω βελτίωσης. Θα ήθελα, για παράδειγμα, να είμαι λίγο πιο αυστηρός με τους άλλους, να θέτω όρια. Δεν το κάνω από δοτικότητα και αγάπη. Αλλά κάποιοι το εκλαμβάνουν ως αδυναμία…».

Η κόρη του, η Ζαφειρία, μαθήτρια της Α΄ Γυμνασίου, είναι επίσης «παρούσα» στην κουβέντα μας. «Ζει με τη μητέρα της στο Λος Αντζελες. Τη βλέπω τα καλοκαίρια, μιλάμε στο FaceTime, έχουμε μόνο τα καλά μιας σχέσης. Δεν είναι κάτι που επέλεξα, αλλά δεν έχω ενοχές. Το ζητούμενο είναι να προσαρμοζόμαστε στις συνθήκες με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Δηλαδή θα ήταν προτιμότερο να ήμουν σαν τους γονείς που δουλεύουν είκοσι πέντε ώρες το 24ωρο και βλέπουν τα παιδιά τους μόνο κοιμισμένα ή το Σαββατοκύριακο;», λέει πριν αποχαιρετιστούμε, για να μην αργήσει στην πρόβα του «Μακμπέθ».

Μια τελευταία ερώτηση: Τι πιστεύει ότι θα φέρει στο Εθνικό Θέατρο ο Δημήτρης Λιγνάδης; «Ο,τι του έλειπε! Θα δημιουργήσει ένα θέατρο ανοιχτό, που θα μας αφορά, με καλό ρεπερτόριο και φρέσκο αέρα. Ηδη βλέπω χαμόγελα στους διαδρόμους…».