ΠΡΟΣΩΠΑ

Σας λέω δεν είμαι συγγραφέας

sas-leo-den-eimai-syggrafeas-2035517

Μικροκαμωμένη, σχεδόν σαν παιδούλα, με περίμενε στο σχόλασμα από τη δουλειά της. Γιατί η συγγραφέας Μάιρα Παπαθανασοπούλου δεν σταμάτησε ποτέ να πηγαίνει καθημερινά στο γραφείο της, στο τμήμα μεταφράσεων του υπουργείου Προστασίας του Πολίτη. Εδώ και δεκαεννέα χρόνια. Εν τω μεταξύ έγραψε το πρώτο απόλυτο μπεστ σέλερ των τελευταίων χρόνων, το μυθιστόρημα «Ο Ιούδας φιλούσε υπέροχα» (1998) που άγγιξε τα 300 χιλ. αντίτυπα!

Η αφορμή της συνάντησής μας ήταν με την ευκαιρία του νέου της μυθιστορήματος, με τίτλο «Mamma Santissima» (εκδ. Πατάκης), μόλις το πέμπτο της, και μάλιστα έπειτα από συγγραφική απουσία οκτώ χρόνων! Η πρώτη ερώτηση είναι, φυσικά, γιατί άργησε τόσα χρόνια να γράψει νέο βιβλίο.

«Αμα πω τον πραγματικό λόγο, μπορεί να ακουστεί και λίγο αιρετικό ή περιπαικτικό και ότι δεν παίρνω στα σοβαρά την ιδιότητα του συγγραφέα. Αλλά από την πρώτη μέρα, από τον “Ιούδα” ακόμη, διερρήγνυα τα ιμάτιά μου ότι “δεν είμαι συγγραφέας”! Γράφω για το κέφι μου, για την πλάκα μου, όποτε γράψω. Τότε δεν το είχαν πιστέψει πολύ, αλλά αποδείχθηκε. Γιατί από τον “Ιούδα”, το 1998, αυτό είναι μόλις το πέμπτο μου βιβλίο. Και με μια απόλυτη σιωπή οκτώ χρόνων. Δεν είχα τι να γράψω. Δεν είμαι κι από τους ανθρώπους που κατεβάζουν ιδέες τη μία μετά την άλλη. Οταν μου έρθει μια ιδέα θα την παιδέψω πολύ στο μυαλό μου και όταν νιώσω ότι μου αρέσει θα αφοσιωθώ 1000%. Ξέρεις, πάντα είχα τη δουλειά μου. Δεν ένιωθα αυτή την εσωτερική πίεση και την ανάγκη να γράψω. Γιατί σκεφτόμουν ότι αν πίεζα τον εαυτό μου, απλώς και μόνο για να μη βγω από το πεδίο των συγγραφέων, θα έκανα μια μπούρδα. Θα ήμουν η πρώτη που θα το αναγνώριζα», λέει και διαπιστώνω ότι έχω μπροστά μου μια γυναίκα που παρά την ντελικάτη εμφάνισή της έχει πολύ ισχυρή βούληση και ξέρει καλά τι θέλει.

Σκέφτεται σε κάθε καινούργιο βιβλίο αν θα έχει την τρομακτική επιτυχία του «Ιούδα»; «Οχι δεν το σκέφτομαι καθόλου. Ούτε καν για τον “Ιούδα”, γιατί δεν ήξερα. Και κάτι τέτοιο θα με συνέτριβε και θα με οδηγούσε σε δρόμους προκάτ. Κι αυτό ακυρώνει αμέσως την έννοια της έμπνευσης».

Αρα, θεωρεί έμμεσα ότι υπάρχουν γύρω μας συγγραφείς που ανατροφοδοτούν την επιτυχία τους με μία σταθερή περιοδικότητα νέου βιβλίου; «Αν τους βγαίνει, με γεια τους με χαρά τους! Ευπρόσδεκτο! Μακάρι να είχα κι εγώ την ίδια έμπνευση, δεν το έχω, αλλά δεν κακίζω τον εαυτό μου γι’ αυτό. Ο καθένας έχει διαφορετική ταχύτητα. Αλλωστε εγώ, έπειτα από οκτώ χρόνια θα μπορούσα να παρουσιαστώ ως πρωτοεμφανιζόμενη! Καλό δεν είναι αυτό; Να δω ποιοι με θυμούνται, ποιοι με έχουν ακολουθήσει και χαίρονται που επιστρέφω. Η απουσία μπορεί να είναι και υπέρ σου, δεν σημαίνει ότι σε ξεχνούν απαραιτήτως. Μπορεί και να σε νοσταλγήσουν».

Η Μάιρα Παπαθανασοπούλου μοιάζει να μην έχει συνειδητοποιήσει ότι με τον «Ιούδα» άνοιξε την εποχή των μπεστ σέλερ στη χώρα μας. Κι ότι από τότε όλοι οι Ελληνες συγγραφείς ονειρεύονται αυτά τα νούμερα – κάποιοι στο μεταξύ τα πέτυχαν. «Μου το έχουν πει πολλές φορές αυτό, αλλά κάθε φορά εκπλήσσομαι», λέει και είναι φανερό ότι θέλει να περάσει στη συζήτηση για το νέο της βιβλίο.

Οχι στη μανιέρα

Η κουβέντα γύρω από το νέο της βιβλίο λοιπόν ξεκινάει από το ότι και αυτό, όπως και το κάθε προηγούμενό της, είναι εντελώς διαφορετικό. Σαν να δοκιμάζει κάθε φορά ένα διαφορετικό ύφος. Τι θεωρεί σημαντικότερο σ’ ένα βιβλίο για να το θεωρήσει ωραίο; Την αφήγηση που κρατάει τον αναγνώστη και το χιούμορ.

«Χαίρομαι πάρα πολύ που το παρατηρείς. Για μένα αυτό ήταν μεγάλο στοίχημα. Πες με παράξενη, αλλά δεν μπορώ τη μανιέρα. Πουθενά! Είχα πει ότι δεν ξέρω πώς θα ξαναγράψω μετά τον “Ιούδα”, αλλά σίγουρα δεν θα είναι άντρας-απατάει-γυναίκα, γυναίκα κλαίει-βρίσκει άλλον κ.λπ. Αυτό τελείωσε. Και μετά, στο επόμενο βιβλίο μου, ασχολήθηκα με τον ψυχισμό τριών ανδρών. Οπωσδήποτε κάποια θέματα, όπως η απάτη –όχι η απιστία, η απάτη– με απασχολούν στη θεματολογία μου. Το τρίτο μου βιβλίο ήταν ένα πολιτικό σχόλιο. Το τέταρτο ήταν ένα αστυνομικό μυθιστόρημα. Και τώρα ήρθε αυτό, το πολύ αγαπημένο μου και παιδεμένο στο κεφάλι μου βιβλίο, γιατί αυτό προοριζόταν για σενάριο και είχε προηγηθεί έρευνα που κράτησε 14 χρόνια. Και ξέρεις πώς καταπιάστηκα; Από την καταγωγή της λέξης Ντράγκετα, της καλαβρέζικης μαφίας, που προέρχεται από την ελληνική λέξη “ανδραγάθημα”. Σκεφτόμουν, πώς μία τόσο σκληρή οργάνωση επιλέγει αυτή τη λέξη; Κι άρχισα να μπαίνω στην ιστορία. Στα ελληνικά δεν υπήρχε τίποτα. Με βοήθησαν οι γνώσεις μου στις ξένες γλώσσες κι έψαξα σε ξένα αρχεία, ιταλικά και γερμανικά κυρίως. Και τότε σκέφτηκα ότι θα μπορούσα να το συνδυάσω με το γκρεκάνικο στοιχείο της Καλαβρίας».

Αρχίζει να μου μιλάει με πάθος για τα χρόνια της έρευνάς της, για την Καλαβρία, τους κώδικες τιμής της μαφίας, αλλά και την ιδιαίτερη πατρίδα της, τη Μάνη. «Στους κώδικες τιμής της Ντράγκετα κάποια στιγμή συνειδητοποίησα ότι αυτοί είναι οι κώδικες τιμής της μανιάτικης κοινωνίας! Πολεμόπυργοι! Δεν υπάρχει άλλο οικοδομικό σύμβολο που να εκφράζει τόσο εκκωφαντικά το μίσος μεταξύ των οικογενειών! Οι Μανιάτες έκτιζαν πολεμόπυργους για να πολεμούν ο ένας τον άλλον. Αυτό φυσικά δεν υπάρχει πλέον. Είναι όμως τόσο συγκλονιστικό για έναν συγγραφέα να διαβάζει για μια κοινωνία κάπου μακριά και ξαφνικά να βρίσκει κάποιες από τις δικές του παραδόσεις. Οπως η βεντέτα. Στη Μάνη η βεντέτα λέγεται γδικιωμός!».

Πόσο καιρό έκανε να το γράψει; «Ξεκίνησα Σεπτέμβριο, τον Φεβρουάριο το παρέδωσα στον εκδότη μου. Βέβαια ήταν έτοιμο, δουλεμένο, όσο καιρό το δούλευα για σενάριο».

Την ρωτάω πόσο παρακολουθεί όσα συμβαίνουν γύρω μας ή αφοσιώνεται σ’ αυτό που κάνει κάθε φορά. «Φυσικά, για όλα ενημερώνομαι. Αλλωστε είμαι παντρεμένη με την ενημέρωση! Ο άντρας μου είναι διευθυντής ειδήσεων σε μεγάλο τηλεοπτικό σταθμό!». Και είναι απολύτως ενήμερη για ό,τι συμβαίνει σ’ όλο τον κόσμο.

Την ρωτάω αν έχει έτοιμη κάποια ιδέα για το επόμενο βιβλίο της. «Τι μου λες; Μπορεί να κάνω οκτώ χρόνια να ξαναγράψω, μπορεί να μη γράψω ποτέ, μπορεί να ξεκινήσω να γράφω και αύριο»!

Ο αγαπημένος της «Πρόζακ»

Δεν κρύβει καθόλου την ηλικία της η Μάιρα Παπαθανασοπούλου. «Είμαι 47 χρόνων» λέει, κι ας μοιάζει πολύ μικρότερη. Σπούδασε Γερμανική Φιλολογία στην Αθήνα, της αρέσουν πολύ οι ξένες γλώσσες (έχει κάνει μέχρι και μαθήματα αραβικών), και δεν επαναπαύεται με τίποτα. Μόλις πέρυσι άρχισε μαθήματα πιάνου. «Κληρονομήσαμε ένα πιάνο, και αντί να το στολίζω με φωτογραφίες, είπα θα φέρω δάσκαλο. Και άρχισα να παίζω. Η δασκάλα μου εντυπωσιάστηκε. Μου είπε ότι έχω “αυτί”». Μου εξομολογείται όμως ότι το τελευταίο διάστημα δεν έπαιξε καθόλου, επειδή ο μεγάλος της γιος έδινε Πανελλήνιες και του υποσχέθηκε ότι δεν θα υπάρξει καθόλου φασαρία στο σπίτι. «Δεν μπορώ εγώ να κτυπάω το κλειδοκύμβαλο, όπως έλεγε η Βασιλειάδου, και το παιδί μου να διαβάζει». Στο διάστημα αυτό τελείωσε το τελευταίο της βιβλίο, το Mamma Santissima.

Δεν ακούει κλασική μουσική. «Σε κάτι πολύ μακρινές αποστάσεις και σε συνδυασμό με βροχερό καιρό. Ακούω πολύ ξένη μουσική και πολλή τζαζ».

Και όταν αρχίζουν οι εξομολογήσεις η Μάιρα Παπαθανασοπούλου δεν έχει ενδοιασμούς. Δεν σταματάει. Μου λέει ότι και η συγγραφή ήταν η μετάλλαξη μιας άλλης καλλιτεχνικής της ανησυχίας, αφού αρχικά ήθελε να γίνει ζωγράφος. Αλλά οι γονείς της την απέτρεψαν, λέγοντάς της ότι θα πεθάνει στην ψάθα. «Συμβιβάστηκα και πήγα στη Γερμανική Φιλολογία. Αλλά η αναζήτηση προς την τέχνη υπήρχε πάντα και βρήκε διέξοδο στη συγγραφή». Και λέει ότι ποτέ από τότε δεν ζωγράφισε… Εκανε όμως, όπως τα περισσότερα κοριτσάκια, δύο χρόνια μπαλέτο ως παιδί, «Σαν γουρουνάκι με τούλι ήμουνα, γιατί ήμουνα και τροφαντή»! Και μετά αρχίζει να μου συστήνει, από μακριά, τα τρία σκυλιά της. Εναν μολοσσό, ένα γέρικο λαμπραντόρ και ένα πολύ ταλαιπωρημένο σέτερ, που υιοθέτησε. «Ηταν πολύ ταλαιπωρημένο και φοβισμένο. Είχε φάει απίστευτο ξύλο από τον κυνηγό που το είχε και του το πήρε η Φιλοζωική έπειτα από καταγγελία. Τον έχω βαφτίσει Πρόζακ, γιατί ήταν το πιο καταθλιπτικό ζώο που έχω. Ηταν τόσο φοβισμένο που δεν κουνούσε ποτέ την ουρά του. Η πρώτη φορά που κούνησε την ουρά του ήταν όταν βγήκε στον κήπο και μύρισε μια τριανταφυλλιά».