ΠΡΟΣΩΠΑ

Paul McCartney: «Η Linda με έσωσε όταν διαλύθηκαν οι Beatles»

paul-mccartney-i-linda-me-esose-otan-dialythikan-oi-beatles-2036082

«Ηξερε ότι είχε μπλέξει άσχημα εκείνο το πρωινό που δεν μπορούσε καν να σηκώσει το κεφάλι του. Ξύπνησε μπρούμυτα, με το κρανίο του σαν βαρίδι. Μια σκοτεινή σκέψη πέρασε από το μυαλό του: αν δεν κατάφερνε να σηκωθεί, θα πνιγόταν στο μαξιλάρι. Με κάποιον τρόπο, σαν να ήταν το πιο δύσκολο πράγμα που είχε χρειαστεί να κάνει, βρήκε την ενέργεια να κουνηθεί. Γύρισε ανάσκελα και σκέφτηκε: “Ω Θεέ μου, παραλίγο”».

Μοιάζει παράδοξο, αλλά δεν ήταν εύκολο να είσαι ένας Beatle. Να έχεις υπάρξει δηλαδή μέλος του πιο σημαντικού συγκροτήματος του πλανήτη, να έχεις αποκτήσει λεφτά και δόξα, να έχεις αλλάξει την ιστορία της μουσικής και όλα αυτά πριν γίνεις 30 ετών. Στον Πολ Μακάρτνεϊ, όπως αποκαλύπτει το βιβλίο του δημοσιογράφου Τομ Ντόιλ, «Man on the Run, Paul McCartney in the 1970s», κόστισε πολύ.

Ο Μάκκα πέρασε μία δεκαετία συνεχούς πάλης με την κατάθλιψη, τα ναρκωτικά και το ποτό, προσπαθώντας να ξαναβρεί τη θέση του στον κόσμο της μουσικής. Μια περίοδο γεμάτη συγκρούσεις, αλλά και επανασυνδέσεις με τον Τζον Λένον. Η σχέση τους έμοιαζε περισσότερο με έναν παθιασμένο έρωτα. «Είναι σαν να ήσουν αστροναύτης και να έχεις πάει στο φεγγάρι. Μετά, τι θέλεις να κάνεις με την υπόλοιπη ζωή σου;»

To 1969 οι Beatles είχαν ουσιαστικά διαλυθεί. Ο Μακάρτνεϊ, ήδη παντρεμένος με τη Λίντα, ροκ φωτογράφο με δύο ακόμα διάσημα φλερτ στο ενεργητικό της (τον Μικ Τζάγκερ και τον Τζιμ Μόρισον), είχε απομονωθεί στη φάρμα τους στη Σκωτία και η κατάστασή του χειροτέρευε. Τις νύχτες έτρεμε από το άγχος, ενώ τις ημέρες κατέφευγε στο ποτό και στη μαριχουάνα. Για πρώτη φορά ένιωθε άχρηστος. Ηταν 27 ετών και ζούσε τη μεγαλύτερη κρίση ταυτότητας της ζωής του: ποιος ήταν, αν δεν είναι ο Beatle Πολ Μακάρτνεϊ;

«Η Λίντα με έσωσε», αποκαλύπτει στον συγγραφέα. Εκείνη μένει πλάι του όλη αυτή την περίοδο, όπου ζουν απομονωμένοι στην ύπαιθρο της Σκωτίας ως… εκατομμυριούχοι χίπηδες, εκτρέφοντας πρόβατα, καλλιεργώντας τη γη και σιγά-σιγά επιστρέφοντας στη μουσική. Στήνει ένα στούντιο και αρχίζει να ξανασυνθέτει εν είδει ψυχοθεραπείας. Χάνονται τόσον καιρό εκεί, που σύντομα κυκλοφορούν φήμες ότι ο Μακάρτνεϊ είναι νεκρός. Ο αστικός θρύλος τον θέλει να έχει σκοτωθεί από το 1966 και στη θέση του οι Beatles να έχουν βάλει σωσία.

Οι σχέσεις με τον Λένον εν τω μεταξύ όλο και χειροτέρευαν. Ο Μακάρτνεϊ είχε μηνύσει τους Beatles προκειμένου να απαλλαγεί από τον απατεώνα δικηγόρο και μάνατζέρ τους Αλεν Κλάιν και ο Λένον δεν του το συγχωρούσε. Στη συνέντευξη που έδωσε στο Rolling Stone το 1971 ο Τζον έγινε σκληρός. Οι Beatles, έλεγε, ήταν τα μεγαλύτερα καθάρματα στη Γη. Ο Πολ είχε αυτοανακηρυχθεί αρχηγός μετά το θάνατο του μάνατζερ Μπράιαν Επστιν και οδηγούσε τους Beatles σε κύκλους. Εβαλε δε το κερασάκι στην τούρτα κρίνοντας το πρώτο σόλο άλμπουμ του Πολ ως «σκουπίδι».

Ο Πολ αιφνιδιάστηκε και παράλληλα άρχισε να αναρωτιέται αν ο Λένον είχε δίκιο. Ζούσε πια στη Νέα Υόρκη, προκειμένου να μείνει μακριά από τη διένεξη, όμως ούτε εκεί ένιωθε ασφαλής. Φοβόταν για τα παιδιά του, ενώ έμοιαζε συχνά σαν χαμένος. Μια θαυμάστριά του ισχυρίζεται πως τον βρήκε σε ένα παγκάκι του Marcus Garvey Park του Χάρλεμ κατάκοπο και αφηρημένο. Ενθουσιασμένη τον ρώτησε αν θα την περίμενε μέχρι να φέρει τη φωτογραφική της μηχανή. «Γιατί όχι;» απάντησε. «Δεν έχω να πάω πουθενά».

Ο Τομ Ντόιλ στις 312 σελίδες του βιβλίου του κλίνει με συμπάθεια προς τον Μακάρτνεϊ, αλλά φαίνεται να αφηγείται με ειλικρίνεια μια ιστορία για τη μετα-Beatles εποχή. Μιλάει και για το επόμενο συγκρότημα του Πολ, τους Wings, στο οποίο συμμετείχε και η Λίντα – προκαλώντας οργισμένες αντιδράσεις από θαυμαστές και θαυμάστριες. Για το πώς μέσα από τους Wings ο Μακάρτνεϊ έψαχνε το δρόμο του έχοντας ανάγκη να είναι σε μια μπάντα, αλλά θέλοντας να έχει πια το πάνω χέρι. Αναφέρεται στην εκκεντρικότητά του, που πολλοί δεν γνωρίζουν, θεωρώντας τον Μακάρτνεϊ τον πιο «φυσιολογικό Μπιτλ». Μοιάζει παράξενο, αλλά έχει περάσει κι εκείνος μια πολυτάραχη περίοδο κατά την οποία τσακώνεται με κριτικούς μουσικής, το BBC λογοκρίνει τραγούδια του, κατηγορείται για κατοχή μαριχουάνας. 

Οπως το 1980 στην Ιαπωνία. Οπου συλλαμβάνεται στο αεροδρόμιο ενώ πηγαίνει για περιοδεία στη χώρα που τέσσερα χρόνια πριν του είχε απαγορεύσει την είσοδο λόγω της εξάρτησής του. Ο Μακάρτνεϊ με χειροπέδες αποχωρεί από το αεροδρόμιο ανάμεσα σε πλήθος αστυνομικών και δημοσιογράφων. Εξω οι θαυμαστές ουρλιάζουν, θυμίζοντας τις εποχές της Beatlemania. Μόνο που τώρα δεν πηγαίνει σε συναυλία, αλλά σε κελί.

Η περιοδεία των 100.000 εισιτηρίων ακυρώνεται και χάνονται 1 εκατομμύριο γιεν – 200.000 λίρες. Ο Μακάρτνεϊ είναι ο κρατούμενος νούμερο 22 και αντιμετωπίζει ποινή φυλάκισης έως και 7 χρόνια! Το πρώτο βράδυ στο κελί φοβάται μην τον βιάσουν και κοιμάται με την πλάτη στο τοίχο. Σιγά-σιγά εξοικειώνεται και τα βράδια χτυπάει τους τοίχους για να επικοινωνήσει με τους συγκρατουμένους του, που μη γνωρίζοντας Αγγλικά φωνάζουν ό,τι βρετανικό ξέρουν: «Μάγκι Θάτσερ», «Ουίσκι Μπελς». Καπνίζει δύο τσιγάρα τη μέρα και κάνει ντους μαζί με τους υπόλοιπους. Εκεί στα κοινά λουτρά, τους τραγουδάει το «Yesterday». Γυμνός ανάμεσα σε ένα μάτσο κατάδικους, βρίσκει τον εαυτό του να δίνει τελικώς… συναυλία στην Ιαπωνία, με έναν τρόπο που ποτέ δεν φανταζόταν. Αποφυλακίζεται εννέα ημέρες αργότερα, αφού οι δικηγόροι λύνουν την υπόθεση, αλλά έχει ήδη μεσολαβήσει το περιστατικό του Κένεθ Λάμπερτ. Ο 29χρονος φαν φτάνει μια μέρα στο αεροδρόμιο του Μαϊάμι και απαιτεί υστερικά ένα δωρεάν εισιτήριο για να πάει στην Ιαπωνία να ελευθερώσει τον Πολ. Οταν ο υπάλληλος αρνείται, γίνεται έξαλλος και βγάζει ένα ψεύτικο πιστόλι. Ενας αστυνομικός τον σκοτώνει επιτόπου. 

Την παράσταση, πάντως, στο βιβλίο κλέβει η ιδιαίτερη σχέση Πολ και Τζον. Από τις δημόσιες διενέξεις τους στις σχεδόν ερωτικές επανασυνδέσεις τους. Τη μέρα που βγήκε η ετυμηγορία της δίκης υπέρ του Μακάρτνεϊ, ο Λένον πήγε με τούβλα και του έσπασε τα παράθυρα του σπιτιού. Αντίθετα, το 1974 οι φήμες οργίαζαν πως οι Beatles επανενώνονταν. Οι Μακάρτνεϊ ήταν στο Λος Αντζελες, όπου βρισκόταν και ο Λένον με την τότε εξωσυζυγική σχέση του Μέρι Πανγκ, και όλοι θεωρούσαν ότι σκοπός ήταν να ξαναγράψουν μουσική μαζί. Οταν εθεάθησαν να μιλάνε στα Γκράμι, όλοι ήταν σίγουροι.

Ομως ο Λένον βρισκόταν σε άσχημη κατάσταση, λόγω της κατάρρευσης του γάμου του με την Ονο και της εχθρικής στάσης της κυβέρνησης Νίξον που παρακολουθούσε τα τηλέφωνά του και ήθελε να τον διώξει από τη χώρα. Ολες οι απόπειρες επανασύνδεσης της μπάντας είχαν αποτύχει, μέχρι που όλα τέλειωσαν οριστικά ένα βράδυ του 1976. Τζον και Πολ βρίσκονταν στη Νέα Υόρκη, ο Λένον τα είχε ξαναβρεί με την Ονο και τα δύο ζευγάρια έβλεπαν μαζί, στο διαμέρισμα του Τζον, τον Λορν Μάικλς να υπόσχεται 3.000 δολάρια στους Beatles αν επανενωθούν στο «Saturday Night Live». Γελούσαν.  Ξαφνικά αυτό δεν φαινόταν τόσο κακή ιδέα. Σχεδόν πήραν ένα ταξί για να πάνε επιτόπου. Οταν την επόμενη μέρα, όμως, ο Πολ κατέφθασε στο διαμέρισμα του Λένον, αποφασισμένος να ξαναγράψουν μουσική μαζί, ο Λένον είχε αλλάξει πάλι πρόσωπο. «Σε παρακαλώ να παίρνεις τηλέφωνο πριν περάσεις. Δεν είναι 1956 πια». Αυτή θα ήταν και η τελευταία φορά που συναντιούνταν.

Στα επόμενα χρόνια θα μιλούσαν κάποιες φορές στο τηλέφωνο, αν και δημοσίως έρχονταν ακόμη σε κόντρα. Στο τελευταίο τους τηλεφώνημα, στα 40ά γενέθλια του Λένον, παραδέχτηκαν πως συχνά ο Τύπος τούς παγίδευε να πουν κακά πράγματα ο ένας για τον άλλο. Ισως γι’ αυτό στις τελευταίες τους συνεντεύξεις ήταν διαφορετικοί. «Μόνο με δύο καλλιτέχνες δούλεψα για πάνω από μία νύχτα: τον Πολ και τη Γιόκο. Ως κυνηγός ταλέντων νομίζω ότι δεν τα πήγα κι άσχημα», είχε πει σε ραδιοφωνικό σταθμό ο Τζον στις 8 Δεκεμβρίου του 1980, λίγες ώρες πριν από τη δολοφονία του.

Για τον Πολ η είδηση του θανάτου ήρθε σαν χαστούκι. Την πρώτη μέρα την πέρασε σε σοκ. «Ποτέ δεν θα μείνω ξανά τσακωμένος με κάποιον για τόσο καιρό, ώστε να αντιμετωπίσω την πιθανότητα να μην προλάβω να λύσω την παρεξήγηση», έλεγε. Οταν τηλεφώνησε στην Ονο, εκείνη ανάμεσα στους λυγμούς της τον διαβεβαίωσε για το πόσο συχνά ο Τζον μιλούσε με αγάπη γι’ αυτόν. «Ηταν σαν να ήξερε ότι αυτό με βασάνιζε, το αν η σχέση μας είχε πεθάνει. Κατά βάθος ήμασταν πάντα οι καλύτεροι φίλοι». Παρακολουθώντας τις ειδήσεις, ξέσπασε. «Ούρλιαζα πως ο Μαρκ Τσάπμαν (ο δολοφόνος) ήταν ο μεγαλύτερος ηλίθιος του κόσμου. Ενιωθα πως κάποιος με είχε ληστέψει. Ημουν θυμωμένος, φοβισμένος». Κατέρρευσε. «Εκλαιγα για ώρες σαν μωρό. Ο κόσμος είχε τελειώσει».