ΠΡΟΣΩΠΑ

Οι νέοι έχουν ανάγκη από πρότυπα

15s5prosop1

Τα κοινά τους χαρακτηριστικά: είναι και οι δύο νέοι, ταλαντούχοι ηθοποιοί και ήταν τα δύο πρόσωπα που ξεχώρισαν στις δύο παραστάσεις του Εθνικού Θεάτρου φέτος στην Επίδαυρο. Ο Μιχάλης Σαράντης στον ρόλο του Αγγελου στον «Ιππόλυτο» του Ευριπίδη και ο Πάνος Βλάχος, στο πρώτο πάτημά του στο αργολικό θέατρο, στον ρόλο του Ξανθία στους «Βατράχους» του Αριστοφάνη. Οι δυο τους έχουν παίξει μαζί στην παράσταση «Συρανό ντε Μπερζεράκ» που είχε σκηνοθετήσει ο Νίκος Καραθάνος. Εχουν όμως παίξει και ποδόσφαιρο, γι’ αυτό και ξέρουν τι σημαίνει ομαδικότητα. Και το σημαντικότερο κοινό στοιχείο τους είναι το ήθος και το πάθος που έχουν γι’ αυτή τη δουλειά. Μιλήσαμε τηλεφωνικά μαζί τους, αφού βρίσκονταν εκτός Αθηνών, στις περιοδείες των παραστάσεων που εμφανίζονται ανά την Ελλάδα.

Ο Πάνος Βλάχος είχε συμμετάσχει πριν από λίγα χρόνια στο «Τερατώδες αριστούργημα» του Γιάννη Ρίτσου, που είχε σκηνοθετήσει ο Δημήτρης Μαυρίκιος, αλλά στη Μικρή Επίδαυρο. «Ομως φέτος ήταν η πρώτη στο μεγάλο θέατρο και δεν θα την ξεχάσω ποτέ και γιατί ήταν η παρθενική μου και γιατί, ειλικρινά, θεωρώ τον χώρο ιερό, χωρίς να είναι αυτοσκοπός μου να παίξω εκεί». Ο Πάνος Βλάχος πήγε αρκετές ημέρες νωρίτερα από την παράσταση στην Επίδαυρο. «Ετρεχα μέσα στα δέντρα, ένιωσα στο κύτταρό μου τη δύναμη, τη φιλικότητα και την ιερότητα του χώρου, όχι για το τι κουβαλάει, αλλά για το τι μπορεί να μας δώσει. Νιώθω ότι υπάρχει επαφή και συνέχεια, αρκεί να οραματιστείς τι αξίες και αρχές τριγυρνούν μέσα σ’ αυτά τα μάρμαρα. Γι’ αυτό και δεν είχα φόβο, παρότι είμαι πολύ αγχώδης. Αυτές οι δύο παραστάσεις ήταν οι μόνες που δεν είχα τρακ, μόνο ανυπομονησία. Το μόνο μου άγχος ήταν πώς θα επικοινωνούσε ο τρόπος υποκριτικής μου σ’ αυτόν τον μεγάλο χώρο, πώς θα καταλάβω τον κώδικα αυτού του μεγάλου θεάτρου. Γιατί απ’ ό,τι κατάλαβα υπάρχει τεχνική, και αν είμαι τυχερός στο μέλλον θα την ακονίσω». Ομολογεί ότι δεν πολυκατάλαβε τι μεγάλο χειροκρότημα πήρε από το κοινό. «Ενιωθα μια γλυκιά μέθη όλη την εβδομάδα. Και τελικά ο Γιάννης Κακλέας έκανε κάτι πολύ ύπουλο για μένα: μ’ έκανε να μην τον ξεχάσω ποτέ»!

«Νέος Ηλιόπουλος»

Τον έχουν χαρακτηρίσει  «νέο Ντίνο Ηλιόπουλο». «Θα πω ευχαριστώ γι’ αυτόν τον παραλληλισμό, κρύβω μεγάλη αγάπη για το ελληνικό σινεμά και όλη αυτή τη γενιά των κωμικών, αντλώ από το ασπρόμαυρο σινεμά –όχι από όλους τα ίδια–, από ανάγκη να επιστρέψω σε κάτι που είναι συνταρακτικά αληθινό».

Παθιάζεται όταν μιλάει για τους «Βατράχους»: «Στην παράσταση δικαιώνεται ο ίδιος ο Κακλέας για τη ματιά του. Το θέμα είναι η ματιά, γιατί όλοι εμείς μοιραζόμαστε μια ματιά στον Αριστοφάνη. Το υπογράφει ο Κακλέας και όλοι εμείς το υπηρετούμε, πηγαίνουμε όλοι μαζί στη θάλασσα. Απαντήσαμε με ποίηση στο πώς μπορεί να σωθεί ο κόσμος. Οσο για τον αριστοφανικό τρόπο, τον δημιουργούμε από την ψυχή του τώρα, τη σημερινή μας».

Ο Πάνος Βλάχος δεν ξεκίνησε για να γίνει ηθοποιός. Σπούδασε ναυτιλιακά και τον εντόπισαν σε μια ερασιτεχνική παράσταση. Και παρότι δεν έχει πολλά χρόνια πίσω του είναι πολύ αναγνωρίσιμος, λόγω των τηλεοπτικών του εμφανίσεων. Και κυρίως γι’ αυτές δίνει συνήθως συνεντεύξεις. «Οποτε μιλάω για το θέατρο χαίρομαι». Παράπονο; «Οχι. Παράπονο έχω μόνο όταν μου κόβεται ο χώρος στον οποίο εγώ θέλω να συστηθώ. Συστήνομαι καθημερινά, καλλιτεχνικά, υποκριτικά, ως νέος του σήμερα, με τις πράξεις μου και τον λόγο. Αλλαξα δρόμο ζωής. Για το μόνο που παρακαλάω είναι να μη σταματήσει αυτή η σχέση που έχω με τα πράγματα».

Ο Μιχάλης Σαράντης δεν ήταν τόσο πρωτάρης. Εχει βρεθεί άλλες τρεις φορές στο αρχαίο θέατρο Επιδαύρου. Στην «Γκόλφω» που έκανε ο Νίκος Καραθάνος, στον «Κύκλωπα» που σκηνοθέτησε ο Βασίλης Παπαβασιλείου και στους «Βατράχους» που είχε σκηνοθετήσει ο Δημήτρης Λιγνάδης, «που ήταν η πρώτη μου επαγγελματική εμφάνιση. Αυτή ήταν όμως η πρώτη φορά που είχα ρόλο». Οσο για το «δέος» της Επιδαύρου, «είναι πώς θα το δεις. Αυτός ο χώρος είναι ένα τέρας, αλλά μάλλον είναι γυναίκα, έχει κάτι θηλυκό, είναι ζεστός, πολύ φιλικός, αν του φερθείς τρυφερά και με σεβασμό θα σου φερθεί κι αυτός όμορφα».

Η αγάπη του κόσμου

Είδε τι γράφτηκε για την ερμηνεία του; «Προτιμώ να μη διαβάζω τι έχει γραφτεί για μένα. Εχουμε πάρει πολλή αγάπη από τον κόσμο και αισθάνομαι πολύ ωραία, και αυτό είναι συνεχώς σε εξέλιξη. Κι εγώ έχω βρεθεί με ανθρώπους που αγαπάνε πολύ τη δουλειά. Το πώς διαμορφώνεται ένας νέος ηθοποιός έχει να κάνει πολύ με το τι νταραβέρι παίζει· οι νέοι έχουμε ανάγκη από ανθρώπους-πρότυπα».

Ποιοι ήταν αυτοί; «Ο Νίκος Μαστοράκης, ο Βασίλης Παπαβασιλείου, ο Θωμάς Μοσχόπουλος, σπουδαίοι άνθρωποι όλοι. Ο Καραθάνος και η Λυδία είναι άλλο πράγμα. Τον Καραθάνο τον νιώθω οικογένειά μου. Και με τη Λυδία, ένα χρόνο που είμαι μαζί της, με έχει βοηθήσει πολύ. Είναι ωραίο να έχεις από κοντά τέτοιους ανθρώπους. Θα σου πουν το μυστικό τους, είναι ανοιχτοί. Η Λυδία είναι από τους ανθρώπους που σε σπρώχνουν. Και είναι ωραίο να παραδέχεσαι ότι δεν ξέρεις, γιατί μόνο έτσι προχωράς. Μπορεί να βλέπεις μόνο ένα κομμάτι της φέτας και να έρχεται ένας άλλος άνθρωπος και να σου δείχνει και κάτι άλλο μέσα σου. Τα πράγματα που μου έχει προσφέρει η Κονιόρδου, από άποψη τεχνικής, σκέψης και ανάλυσης του ρόλου είναι πολύ σοβαρά. Σε αυτή τη δουλειά πρέπει να σκέφτεσαι πώς θα πας παρακάτω. Μου το έμαθε ο Καραθάνος αυτό, όταν κλαίγαμε που τελείωσε η “Γκόλφω”. Τώρα μόνο επαναπαυμένος δεν είμαι. Μου λέτε ότι γράφτηκαν καλά πράγματα για μένα και τώρα νιώθω πανικόβλητος για τα επόμενα βήματά μου». Και πριν τον αποχαιρετήσω, προσθέτει: «Επαιζα κι εγώ μπάλα όπως ο Πάνος, κι είναι σπουδαίο. Εχουμε μάθει την ομαδικότητα. Το πρώτο που σκέφτεσαι είναι τι γίνεται γύρω σου. Δεν έχει σημασία ποιος θα βάλει το γκολ, αλλά το να έχει περάσει η μπάλα από παντού».