ΠΡΟΣΩΠΑ

Ο «Νοτιάς» έφερε… αστέρι

o-notias-efere-amp-8230-asteri-2118673

Δεκαετία του ’90. Ενα αγόρι μεγαλώνει στην Αθήνα. Ο πατέρας του είναι πολιτικός μηχανικός, η μητέρα του νοικοκυρά. Με το που μπαίνει στην εφηβεία, ο πιτσιρικάς ανακοινώνει με περίσσια σοβαρότητα στους γονείς του: «Εγώ θα γίνω ηθοποιός!». Η έκπληξή τους είναι μεγάλη. «Οχι τόσο γιατί διαφωνούσαν, αλλά γιατί δεν υπήρχαν επιρροές που να αφορούν τις τέχνες στην οικογένειά μας. Δεν είχαμε δίσκους του Μπαχ στο σαλόνι μας», λέει γελώντας ο 24χρονος σήμερα Γιάννης Νιάρρος. Ναι, είναι ο πιτσιρικάς της ιστορίας και δεν έγινε μόνο ηθοποιός, αλλά και πρωταγωνιστής μιας από τις πιο πολυσυζητημένες ελληνικές ταινίες, του «Νοτιά» του Τάσου Μπουλμέτη, που πριν από λίγες ημέρες άρχισε να… φυσάει στις κινηματογραφικές αίθουσες.

Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή. Ο Γιάννης, από μαθητής ακόμα του Δημοτικού, είχε ένα χάρισμα. «Εκανα σχετικά εύκολα τους άλλους να γελούν. Μάλλον έχω αυτό που λένε “κωμική φλέβα”. Ετσι άρχισα να αγαπώ την υποκριτική. Ή τουλάχιστον αυτό που τότε νόμιζα πως είναι η υποκριτική». Το 2004 έμαθε πως ζητούσαν παιδιά για να παίξουν στην ταινία «Η χορωδία του Χαρίτωνα» του Γιώργου Καραντινάκη. Επεισε τη μητέρα του να τον πάει στις οντισιόν. «Εφαγα… πόρτα», ομολογεί. Δεν το έβαλε κάτω. Στην επόμενη οντισιόν, για την τηλεοπτική σειρά «Μαχαιρώματα» με τον Γιάννη Μπέζο, στάθηκε πιο τυχερός: πήρε το ρόλο του Εκτορα, γιου της Ευαγγελίας Μουμούρη. «Αποκλείεται να με θυμηθείς. Ημουν χοντρός και με τα μαλλιά καρφάκια», με προλαβαίνει καθώς καταλαβαίνει πως προσπαθώ να ανακαλέσω κάποια εικόνα του.

Η αναγνωρισιμότητα και η ευκολία της τηλεόρασης, ευτυχώς, δεν κατάφεραν να νικήσουν την αγάπη του για το θεατρικό σανίδι. Βοήθησε, βέβαια, και το γεγονός ότι στα χρόνια του λυκείου βρέθηκε στο δρόμο του μια εμπνευσμένη δασκάλα του θεάτρου. «“Ωραίο είναι αυτό που κάνεις, αλλά πρέπει να δουλέψεις περισσότερο”, μου είχε πει. Και με έφερε σε επαφή με πράγματα που με έβγαζαν από τα νερά μου, που ξέφευγαν από τη μίμηση και την καρικατούρα, που με δυσκόλευαν». Επειτα από αρκετές μαθητικές και ερασιτεχνικές παραστάσεις, καθώς και τη συνεργασία του με ένα θίασο μεταναστών, έδωσε εξετάσεις στη δραματική σχολή του Εθνικού. Τι διάλεξε για τη μέρα εκείνη; «Εναν μονόλογο από τον “Δον Ζουάν” του Μολιέρου κι έναν από την “Αίτηση σε γάμο” του Τσέχοφ». Πέρασε.

Και ηθοποιός, και κλόουν!

Δεν πάει πολύς καιρός που έχει αποφοιτήσει και στο βιογραφικό του υπάρχουν ήδη αρκετές σημαντικές συνεργασίες: με τον Γιώργο Τσεμπερόπουλο στην ταινία «Ο εχθρός μου», με τη Σοφία Βγενοπούλου στο «Τρένο» (Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών), με την ομάδα Μπονόμπο στο «Μεσοπέλαγα» (Θέατρο Νέου Κόσμου), με τον Ακύλλα Καραζήση στην «Πενθεσίλεια» (Εθνικό Θέατρο). Αλλά όχι, δεν είναι εύκολα τα πράγματα για έναν νεαρό ηθοποιό. «Χαίρομαι που έχω βρει το δρόμο μου, τρομάζω στη σκέψη τού πώς θα ήταν η ζωή μου χωρίς το θέατρο, αλλά χρειάζεται καθημερινός αγώνας για να επιβιώσεις σ’ αυτόν το χώρο», εξομολογείται. «Βέβαια, έχω μάθει να ζω με λίγα χρήματα, να προσπαθώ να βάζω πάντα κάτι στην άκρη -όσο αυτό γίνεται- για τους μήνες της ανεργίας, και από τα δεκαέξι μου δουλεύω και ως κλόουν για ένα επιπλέον εισόδημα…»

Στον «Νοτιά» υποδύεται τον Σταύρο, έναν ρομαντικό νεαρό που αναζητά την ταυτότητά του μέσα στις ταραγμένες για τη χώρα μας δεκαετίες του ’60 και του ’70. Υποβλήθηκε σε αμέτρητα κάστινγκ μέχρι να επιλεγεί. «Πέρασα πολλές εβδομάδες αγωνίας. Αλλά πιο πολύ άρχισα να αγωνιώ όταν ο Τάσος μού τηλεφώνησε για να μου πει ότι είχα πάρει το ρόλο. Μου κόπηκαν τα πόδια από το άγχος. Πώς θα περνούσα αυτήν τη δοκιμασία;» Δούλεψε πολύ πάνω στο χαρακτήρα. «Μίλησα με τους γονείς και τους παππούδες μου. Είδα ντοκιμαντέρ. Διάβασα βιβλία Ιστορίας. Μέχρι και μαθήματα φωτογραφίας έκανα – ο ήρωας έχει πάθος με τη φωτογραφία και τον κινηματογράφο. Ολα αυτά δεν ξέρω αν θα είχαν αποτέλεσμα αν δεν με βοηθούσε τόσο πολύ ο Τάσος. Εμαθα τον Σταύρο μέσα από τις αφηγήσεις του, τον έβλεπα στα μάτια του!» Οταν δείτε την ταινία, θα συνειδητοποιήσετε ότι και η καθοδήγηση του σκηνοθέτη και η σκληρή δουλειά του νεαρού πρωταγωνιστή έπιασαν τόπο.

Πώς βλέπει την εποχή στην οποία εκτυλίσσεται η ταινία; Ζηλεύει κάτι από όσους έζησαν στην πραγματικότητα τα ’60s και τα ’70s; «Ζηλεύω το πάθος που είχαν οι νέοι τότε να εξερευνήσουν τον κόσμο, να μάθουν περισσότερα γι’ αυτά που αγαπούσαν. Εμείς, μέσω της τεχνολογίας, έχουμε τόσο πολλές εικόνες και πληροφορίες, που νομίζουμε ότι τα έχουμε ήδη ζήσει όλα. Εκείνοι ονειρεύονταν ταξίδια. Μπαίνουμε στο ίντερνετ, πληκτρολογούμε τον προορισμό που μας ενδιαφέρει και βομβαρδιζόμαστε με φωτογραφίες και βίντεο. Πάει η έκπληξη, πάει ο ρομαντισμός… Ταυτόχρονα, έτσι προκύπτει η ημιμάθεια. Επειδή βρήκες ένα link για τον Τσε Γκεβάρα, δεν σημαίνει ότι τα έμαθες όλα γι’ αυτόν. Παππουδίστικα σου ακούγονται όλα αυτά, ε;» Γελάμε. 

Αφήνουμε τον «Νοτιά» και τον ρωτώ για την παράσταση «Εγκλημα και τιμωρία» του Φιόντορ Ντοστογιέφσκι, στην οποία συμμετέχει αυτόν τον καιρό, στο Εθνικό Θέατρο. Παίζει τον Ρασκόλνικωφ, έναν φοιτητή της Νομικής που πραγματοποιεί έναν διπλό φόνο, καλύπτοντάς τον με το ιδεολογικό περίβλημα της απονομής μιας ιδιότυπης δικαιοσύνης. «Ρασκόλνικ στα Ρωσικά σημαίνει διχασμένος. Ετσι και αυτός είναι διχασμένος ανάμεσα σε ηθικό – μη ηθικό, φτώχεια – πλούτο, φιλανθρωπία – μισανθρωπία», μου εξηγεί ο Γιάννης. «Τον βλέπω με συμπάθεια. Είναι ένα παιδί που “ψήλωσε ο νους του”, όπως λέει ο Παπαδιαμάντης, και δεν μπόρεσε να σηκώσει το βάρος…» Ο ρόλος ενός δολοφόνου; Και πού πήγε η «κωμική φλέβα» που λέγαμε; «Κι εγώ απορώ», απαντά. «Μπαίνοντας στη σχολή, όλοι -καθηγητές και συμφοιτητές μου- με θεωρούσαν καλό στην κωμωδία. Το φαντάζεσαι ότι δεν έχω παίξει σε καμία έως τώρα; Εχω υποδυθεί τον βιαστή, τον δολοφόνο και άλλους σκοτεινούς τύπους, αλλά ούτε έναν κωμικό ήρωα!»

Στην κουβέντα μας «μπαίνουν» όμως κι άλλοι. Η κοπέλα του, επίσης ηθοποιός, Χαρά Γιαννάτου, που παίζει και αυτή στο «Νοτιά» («Την ερωτεύτηκα ξανά στα γυρίσματα, το πιστεύεις;») και τα πρότυπά του, οι Θέμης Πάνου και Ακύλλας Καραζήσης. «Από τη μέρα που τους γνώρισα, μόνο θετικά με επηρεάζουν – και στην τέχνη και στη ζωή. Είναι δάσκαλοι αλλά και φίλοι».

Τι περιμένει από τη νέα χρονιά; «Να μπορέσω επιτέλους να κόψω το τσιγάρο. Και να μάθω να βάζω ένα όριο ανάμεσα στη δουλειά και τη ζωή μου. Αρχίζω να γίνομαι εργασιομανής και δεν μου αρέσει. Θα χάσω τον εαυτό μου αν συνεχίσω έτσι. Να, αυτόν τον καιρό δεν μπορώ ούτε ένα όνειρο να κάνω για τον εαυτό μου. Ονειρεύομαι τα ταξίδια του Σταύρου και την αθώωση του Ρασκόλνικωφ…»

Του εύχομαι να βρει ό,τι πιο πολύ έχει ανάγκη και αποχαιρετιόμαστε. Και ξαφνικά, στην πόρτα κοντοστέκομαι και γυρίζω πίσω. «Αυτόν τον καιρό έχεις μούσι. Και πώς κάνεις τον κλόουν;» τον ρωτώ. «Α, εύκολα. Το παρουσιάζω ως άποψη. “Ηρθε ο τριχωτός Πεπίτο, ο λιονταροκλόουν”, λέω στα παιδιά. Και σε πληροφορώ πως είμαι πολύ δημοφιλής!» Φεύγω μην έχοντας την παραμικρή αμφιβολία. Το όνομα του Γιάννη Νιάρρου θα ακούγεται πολλά, πολλά χρόνια… drakoulaki