ΑΠΟΨΕΙΣ

Eνα κοινό αίσθημα μέσα στην πόλωση

​​Στο διάλειμμα μίλησα με τη Μελίνα Τανάγρη που καθόταν στο διπλανό τραπέζι. Διετύπωσε πρώτη την ίδια σκέψη που ήμουν έτοιμη να της πω: «Με συγκινεί πολύ ο Διονύσης, κάθε φορά που τον ακούω». Τα Σαββατοκύριακα, ο Διονύσης Σαββόπουλος εμφανίζεται στο «Αλσος» στο Πεδίον του Αρεως με «Τα τραγούδια των άλλων». Το πρόγραμμα, που ξεκίνησε τον Νοέμβριο και συνεχίζεται τον Ιανουάριο, φιλοξενεί ανάλογα με τη μέρα της εβδομάδος κι άλλον καλλιτέχνη, «νέα ταλέντα» που έχει επιλέξει ο τραγουδοποιός, σε αυτήν την υποβαθμισμένη περιοχή της Αθήνας. Σε μια «διακτινισμένη», όπως λέει ο ίδιος, μπουάτ που έχει γερά θεμέλια στη μνήμη της παλιάς Αθήνας.

Τα τελευταία δύο χρόνια, πότε στο «Κύτταρο» πότε στον «Παρνασσό», ο Δ. Σαββόπουλος επιλέγει ένα μέρος και στήνει μια γιορτή, και τα δύο με νόημα. Το Πεδίον του Αρεως είναι «ένα πρώτο βήμα για την αναβάθμιση του κέντρου της πόλης». Φωταγωγημένη η είσοδος, με σεκιούριτι να επιτηρούν την περιοχή. Και ύστερα; Αν υποθέσουμε ότι γίνεται «το πρώτο βήμα», τι εγγυάται ότι δεν θα μείνει μετέωρο; Οτι αυτή την ενέργεια θα τη διαδεχθεί μια επόμενη και μια άλλη, μέχρι η ζωή και η κανονικότητα να εκτοπίσουν την απειλή και τον φόβο και το πάρκο να αποδοθεί στην πόλη, στους πολίτες της και στους περιοίκους του… Η λύση είναι σύνθετη αλλά καθόλου ανέφικτη.

Για τη διαδρομή στο «Αλσος» ο δημιουργός είχε διαλέξει τραγούδια των άλλων, Τσιτσάνη, Βαμβακάρη, Μπιθικώτση, Ζαμπέτα, Χατζιδάκι, Θεοδωράκη, Παπάζογλου, Μάλαμα, Λοΐζου, Κραουνάκη, Μαραβέγια, Δ. Σαμίου και πόσους ακόμη, με εμβόλιμες δικές του συνθέσεις.

«Είναι το νοητό ταξίδι σε μια άλλη εποχή, μια άλλη χώρα, ίσως και τον άλλον εαυτό μας», όπως είχε γράψει και η Γιώτα Συκκά στην «Κ» (5/12/2018). Το κοινό, όπως σε κάθε συνάντηση μαζί του, είναι μεικτό. Οικογενειακά τραπέζια όπου ο 73χρονος πατέρας και η 23χρονη κόρη σιγοτραγουδούν μαζί. Οπου κυρίες άνω των 60, περιποιημένες, αλλοτινά «κορίτσια που περνάνε δυο δυο βιαστικά», τώρα μοιράζονται μνήμες και συγκίνηση πολλές μαζί, σε κοινή έξοδο. Κάτι σαν meeting point νικητών και ηττημένων, άγουρων φιλοδοξιών και κατακτημένων πεποιθήσεων, της Ελλάδας που επιθυμήσαμε αλλά δεν διεκδικήσαμε, της Ελλάδας διαχρονικής «ατέλειωτης παράγκας» αλλά και τόπου δημιουργίας και αριστείας. Eχει τον τρόπο του να περιγράφει πάντα ο τελετάρχης καλλιτέχνης την αντίφαση, με μικρές ιστορίες και περιστατικά, που αναβλύζουν ανεξάντλητα: «Υπήρξαν εποχές που μας έλειπαν πολλά και δεν μας έλειπε τίποτα και υπήρξαν άλλες εποχές που είχαμε πολλά αλλά δεν είχαμε τίποτα», λέει από σκηνής και ο κόσμος του, μέρος αυτής της συνθήκης, συγκατανεύει και χειροκροτεί. Με τη Μελίνα Τανάγρη, στο διάλειμμα, συνομολογήσαμε και κάτι ακόμη: ότι συχνά πυκνά όταν ακούμε και βλέπουμε τον Δ. Σαββόπουλο να τραγουδάει «σκοντάφτουμε σε έναν λυγμό», που κάνει τη φωνή, προς στιγμήν, να φαλτσάρει, μέχρι να ξεροκαταπιούμε τη μνήμη, να σιωπήσουμε και, μετά, να συνεχίσουμε.

«Ισως γιατί οι στίχοι του και η μουσική του έχουν εγγραφεί στο συλλογικό ασυνείδητο», σχολιάζει η Μελίνα, ίσως γιατί η παρουσία του κουβαλάει «αυτό το σπάσιμο και το ξαναφτιάξιμο», την καθόλου ανέφελη πορεία. Μας καλεί «να ενωθούμε» σε ένα χορό συμβολικό και πραγματικό. Μπορούμε; Προς στιγμή νομίζεις πως ναι. Οταν οι λέξεις και οι ήχοι αποκτούν ένα τόνο εξομολογητικό, συντονίζονται σε έναν εσωτερικό μονόλογο.

Και ύστερα η βραδιά τελειώνει, χανόμαστε και ξαναβρισκόμαστε, στο ίδιο ή σε άλλο θέαμα, σε συγγενείς ή διαφορετικές εκδηλώσεις. Οσο πυκνώνουν οι κοινές αναφορές τόσο δυναμώνει και το νήμα της συνοχής, αυτή η συγκολλητική ουσία που βοηθάει τις κοινωνίες να προχωρούν, συντονίζοντας επιθυμίες και στόχους. Ποια είναι η προτεραιότητα; Ενα κοινό αίσθημα, μέσα στην πόλωση και στον επιθετικό κατακερματισμό.

Πριν από δύο χρόνια, Δεκέμβριο του ’16, στον «Παρνασσό», ο Δ. Σαββόπουλος είχε διηγηθεί μια ιστορία της παιδικής ηλικίας του, όταν είδε για πρώτη φορά τον πατέρα του να τον κοιτά «με το βλέμμα ενός ανθρώπου που ανακαλύπτει έναν άλλον άνθρωπο…». «Ισως γι’ αυτό το βλέμμα διάλεξα αυτήν τη δουλειά», σχολίασε. «Για κάποιους, λίγους, θεατές που με κοιτούν με τον ίδιο τρόπο». Κι αυτή είναι μια σκέψη και μια φράση περισσότερο πολιτική απ’ όσο φαίνεται.