ΑΠΟΨΕΙΣ

Η άλλη Ελλάδα και ο Τσέχοφ

Ενας από τους ελάχιστους βουλευτές που συνδυάζει μόρφωση, καλλιέργεια και χιούμορ βρέθηκε σε εστιατόριο στο Παγκράτι πριν από μερικά χρόνια και αναφερόμενος στα πολιτικά γεγονότα έλεγε συνεχώς: «Είναι όλα γελοία. Είναι όλα γελοία». Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι εκτιμήσεις του για τις πολιτικές εξελίξεις δεν άλλαξαν στο διάστημα που μεσολάβησε. 

Ενας από τους ελάχιστους βουλευτές που συνδυάζει μόρφωση, καλλιέργεια και χιούμορ βρέθηκε σε εστιατόριο στο Παγκράτι πριν από μερικά χρόνια και αναφερόμενος στα πολιτικά γεγονότα έλεγε συνεχώς: «Είναι όλα γελοία. Είναι όλα γελοία». Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι εκτιμήσεις του για τις πολιτικές εξελίξεις δεν άλλαξαν στο διάστημα που μεσολάβησε. Αντίθετα, ενισχύθηκαν ακόμα περισσότερο. Τελευταία αφορμή, η ανώδυνη –και προκλητικά φέικ– διάσπαση της συγκυβέρνησης έπειτα από ένα φιλικό παζάρι για την κοινοβουλευτική μοιρασιά, που επισφραγίστηκε από μια πομπώδη πρωθυπουργική δήλωση, μια θεία μετάληψη στη Μητρόπολη και ένα στεφάνι στα Ιμια που πέταξε ο συνεργός της «πρώτης φοράς» από ένα στρατιωτικό ελικόπτερο που –σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές– απογειώθηκε από την Αττική και έφθασε έως τα Δωδεκάνησα, πετώντας χαμηλά πάνω από το Αιγαίο για να μην εντοπιστεί από τα τουρκικά ραντάρ!

Οι αστείρευτες κυβερνητικές πηγές φυσικά δεν αντιλήφθηκαν την τραγικότητα, αλλά και τη γελοιότητα της συγκεκριμένης «διαρροής» που έγινε προς τους ανυπεράσπιστους συναδέλφους του τηλεοπτικού ρεπορτάζ. Είναι όλα γελοία, λοιπόν, αλλά η γελοιότητα δεν είναι ατύχημα. Είναι αποτέλεσμα μιας ιστορικής μεταβολής. Η γελοιότητα παράγεται από τον έντονο μεταιχμιακό χαρακτήρα της εποχής και κυρίως από την «τσεχοφική» μας άρνηση να αποδεχθούμε ότι βρισκόμαστε πλέον σε μιαν άλλη Ελλάδα, από την «τσεχοφική» μας αυταπάτη ότι οι περιουσίες που εξαφανίστηκαν, οι προσδοκίες που συρρικνώθηκαν και οι αξίες που αλλοιώθηκαν εντάσσονται σε μια παρένθεση που σύντομα θα κλείσει.

Κάτι μέσα μας, όμως, μας προειδοποιεί για τη σκληρή αλήθεια. Αν τα καλλιτεχνικά δρώμενα αποκαλύπτουν το συλλογικό ασυνείδητο μιας κοινωνίας, τότε θα έλεγε κανείς ότι η υπερσυγκέντρωση έργων του Τσέχοφ στις θεατρικές σκηνές είναι σημάδι μιας υπαρξιακής αγωνίας. Μιας ανομολόγητης αγωνίας που προέρχεται από την υποψία ότι έχει ήδη επέλθει η αλλαγή που αρνούμαστε να αποδεχθούμε ότι συμβαίνει. Ο Γιώργος Κιμούλης ερμηνεύει και υπογράφει αριστοτεχνικά τον «Θείο Βάνια» στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά (για δέκα ακόμα ημέρες και από 1ης Φεβρουαρίου στο «Αριστοτέλειον» στη Θεσσαλονίκη).

Ο «Βυσσινόκηπος», σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Μαρκουλάκη, συνεχίζεται ακάθεκτος στο «Δημήτρης Χορν» και οι «Τρεις Αδερφές» διά χειρός Δημήτρη Ξανθόπουλου ανεβαίνουν με αποφασιστικότητα στη Στέγη στις 16/1. Ο Ρώσος συγγραφέας είχε μια ικανότητα σχεδόν αντίστοιχη του Σαίξπηρ να αποκαλύπτει τη γελοιότητα, αλλά και την τραγικότητα των ζωτικών μύθων που δοκιμάζονται στο μεταίχμιο των ιστορικών μεταβολών. Γι’ αυτό αν ζούσε σήμερα και αν ερχόταν για μια πρεμιέρα έργου του στην αρχαιότερη πρωτεύουσα της Δύσης, μάλλον θα διασκέδαζε με όσα θα παρατηρούσε και σίγουρα θα συμφωνούσε με τον σύγχρονο Ελληνα πολιτικό ότι «είναι όλα γελοία».