ΑΠΟΨΕΙΣ

Η οικονομία αντιμέτωπη με πολιτικούς κινδύνους

Τι μπορεί να κάνει σήμερα η διεθνής κοινότητα για να αντιμετωπίσει μια νέα ενδεχόμενη χρηματοπιστωτική κρίση; Οχι πολλά, και σίγουρα όχι χωρίς αντιδράσεις. Μπορεί το αμερικανικό χρηματιστήριο να φλερτάρει με νέα επίπεδα-ρεκόρ και ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ να απολαμβάνει τη θετική οικονομική συγκυρία, αλλά όπως έδειξε η κατάρρευση των αγορών τη Δευτέρα με αφορμή ένα tweet του για την επιβολή νέων δασμών στην Κίνα, ο κίνδυνος για την οικονομία είναι πολιτικός. Οι κεντρικές τράπεζες έχουν περιορισμένο οπλοστάσιο: τα επιτόκια παραμένουν εξαιρετικά χαμηλά παρά τη βελτίωση των οικονομικών συνθηκών, μειώνοντας τη δυνατότητα μιας δυναμικής παρέμβασης στις αγορές αν αυτό καταστεί απαραίτητο. Το κόστος χρηματοδότησης λοιπόν περιορίζεται ακόμη και για χώρες όπως η Ελλάδα, που είναι ο ουραγός της Ευρωζώνης σε αυτό το πεδίο. Αυτή η συγκυρία, όμως, είναι αβέβαιο πόσο θα κρατήσει, όπως έδειξε η εκτόξευση της αστάθειας με αφορμή μια ενδεχόμενη αποτυχία στις αμερικανοκινεζικές εμπορικές διαπραγματεύσεις.

Για την ώρα, οι αγορές φαίνονται ανθεκτικές – κυρίως χάρη στη Fed. Η αμερικανική κεντρική τράπεζα όχι μόνο αφήνει αμετάβλητα τα επιτόκια, αλλά στη συνεδρίαση του Απριλίου απέκλεισε αυξήσεις επιτοκίων για το υπόλοιπο έτος – μάλιστα πήγε ένα βήμα παραπέρα και προέβλεψε μία και μόνη αύξηση το 2020. Η Fed έχει καθυστερήσει να ομαλοποιήσει τη νομισματική της πολιτική ύστερα από την αντίδραση του προέδρου Τραμπ, που δεν κρύβει την επιθυμία του για χαμηλά επιτόκια που θα υποστηρίξουν την ανάπτυξη, ενόψει μάλιστα των εκλογών του 2020.

Διαμορφώνεται έτσι ένα σκηνικό που, αν δεν υπάρξουν εκπλήξεις στο εμπορικό ή επιχειρηματικό μέτωπο, αναμένεται να κρατήσει την αμερικανική οικονομία σε θετική τροχιά μέχρι τις εκλογές του επόμενου έτους. Αλλά σε μια περίοδο αυξημένου λαϊκισμού, το περιοδικό Economist προειδοποιεί ότι είναι αφελές να πιστεύει κάποιος ότι οι κεντρικοί τραπεζίτες μπορούν να μείνουν ανεπηρέαστοι από τις εξωτερικές πιέσεις. Η ένταση είναι ήδη εμφανής στις ΗΠΑ, καθώς ο πρόεδρος Τραμπ προτείνει δικούς του ανθρώπους για το διοικητικό συμβούλιο της Fed, αλλά η προβληματική υποψηφιότητα του Στίβεν Μουρ συναντά την αντίδραση ακόμη και των Ρεπουμπλικανών στο Κογκρέσο.

Η ένταση στις σχέσεις με τους πολιτικούς ίσως εκδηλωθεί εντός του έτους και στην Ευρωζώνη. Εδώ παραμένουν οι ιδεολογικές διαφορές σχετικά με τον ενδεδειγμένο τρόπο παρέμβασης στις αγορές για τη στήριξη της οικονομίας, με αρκετούς Βορειοευρωπαίους να αντιδρούν στην αγορά ομολόγων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Ο πρόεδρος της ΕΚΤ Μάριο Ντράγκι, που στήριξε τις αδύναμες οικονομίες, αποχωρεί τον Οκτώβριο. Ενας από τους πιθανούς διαδόχους του, ο Γερμανός Γενς Βάιντμαν, είναι αντίθετος με αυτή τη λογική – το περιοδικό Foreign Policy τον χαρακτήρισε στο τελευταίο του τεύχος «τον πιο επικίνδυνο άνθρωπο στην Ευρώπη». Εντός του έτους αλλάζουν χέρια και άλλες θέσεις του διοικητικού της συμβουλίου, και κάποιοι πολιτικοί στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες το βλέπουν ως ευκαιρία να επηρεάσουν τη νομισματική πολιτική της ΕΚΤ.

Δείχνοντας τη δεκαετία του ’70, όταν οι πολιτικοί πίεζαν για την πορεία των επιτοκίων σε μια προσπάθεια να συγκρατήσουν την ανεργία, που όμως τελικά οδήγησε σε πληθωρισμό και συνεχείς κρίσεις, ο Economist προειδοποιεί ότι οι παρεμβάσεις στην ανεξαρτησία των κεντρικών τραπεζών δεν καταλήγουν καλά: «Κοιτάξτε 40 χρόνια πίσω και θα δείτε τι θα μπορούσε να πάει στραβά», σημειώνει. Περισσότερο και από τους οικονομικούς, οι κίνδυνοι σήμερα είναι πολιτικοί.