ΑΠΟΨΕΙΣ

Δεύτερη ανάγνωση των ευρωεκλογών

Οι εκλογικές ήττες έχουν επιπτώσεις, ακόμη και αν πρόκειται για ευρωεκλογές. Οι εκλογές της περασμένης Κυριακής έγιναν η νέμεσις του πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα, ο οποίος έκρινε ότι δεν είχε άλλη επιλογή από το να προκηρύξει πρόωρες εκλογές: όπως φαίνεται, θα έχει την ίδια μοίρα που επιφύλαξε στον τότε πρωθυπουργό Αντώνη Σαμαρά μετά τις ευρωεκλογές του 2014 – ευτυχώς για τη χώρα χωρίς να παρέλθουν, αυτή τη φορά, μήνες πολιτικής αστάθειας και αδιεξόδου.

Εχει ενδιαφέρον πάντως η έκπληξη με την οποία υποδέχθηκαν τα αποτελέσματα τα διεθνή ΜΜΕ. Είναι γεγονός ότι η Ελλάδα έχει πάψει από καιρό να απασχολεί τους συμμάχους της στη Δύση ως διεθνές πρόβλημα. Αυτός είναι και ο λόγος που, παρά το θερμό πολιτικό σκηνικό, τα προβλήματα της καθημερινότητας, την υπερφορολόγηση και την υπονόμευση των θεσμών, οι εσωτερικές αναταράξεις δεν είχαν θορυβήσει τον διεθνή παράγοντα. Αυτά άλλωστε είναι πρωταρχικώς εθνικά ζητήματα. Πόσο μάλλον που η κυβέρνηση, με τη συμφωνία των Πρεσπών αλλά και με τη συμμόρφωση στα συμφωνηθέντα με τους θεσμούς, είχε εισπράξει τα εύσημα ως αξιόπιστος ή, κατά τη Νέα Δημοκρατία, υπερβολικά βολικός εταίρος.

Το μέγεθος της ήττας του ΣΥΡΙΖΑ και παράλληλα η εξάλειψη από τον χάρτη των Ανεξαρτήτων Ελλήνων, αλλά και του Ποταμιού που υποστήριξε τη συμφωνία των Πρεσπών, καταδεικνύουν το κόστος αυτών των επιλογών, αλλά και του τρόπου που όλες οι πολιτικές της κυβέρνησης προωθήθηκαν στο εσωτερικό της χώρας. Πέρα όμως από τις προφανείς επιπτώσεις στην ελληνική πολιτική σκηνή, τα αποτελέσματα των ελληνικών ευρωεκλογών έχουν κάποια μηνύματα και για την υπόλοιπη Ευρώπη. Η Ελλάδα, που το 2014 είχε αναδείξει τη Χρυσή Αυγή τρίτο κόμμα, αυτή τη φορά δεν ακολούθησε την υπόλοιπη Ευρώπη στην άνοδο των άκρων και του λαϊκισμού, παρά μόνον ως φάρσα. Ούτε όμως η έξαρση του εθνικισμού βρήκε διέξοδο σε σοβαρές νέες ή επικίνδυνες παλαιές δυνάμεις, καθώς η Χρυσή Αυγή υποχώρησε κάτω από το 5%. Δίνει μια ελπίδα αυτό, αν θεωρήσει κάποιος ότι οι ακραίες συνθήκες της κρίσης έχουν καταστήσει την Ελλάδα προπομπό των πολιτικών εξελίξεων στην υπόλοιπη Ευρώπη.

Για την ώρα, όμως, οι εξελίξεις στη Γαλλία και στην Ιταλία, όπου οι ευρωσκεπτικιστικές, ακροδεξιές δυνάμεις της Μαρίν Λεπέν και του Ματέο Σαλβίνι αναδείχθηκαν νικήτριες, δημιουργούν εύλογα ερωτήματα για την πορεία της Ε.Ε. Με δύο από τις χώρες του πυρήνα της Ε.Ε. να ζητούν πίσω την εθνική τους κυριαρχία, και μάλιστα με αιχμή τα ζητήματα της μετανάστευσης, είναι αβέβαιο αν μπορούν να υπάρξουν κοινές ευρωπαϊκές πολιτικές σε αυτόν τον κρίσιμο τομέα. Επιπλέον, η ήττα του Γάλλου προέδρου Εμανουέλ Μακρόν δημιουργεί μια ανισορροπία στη γαλλογερμανική συμμαχία για την Ευρώπη, ενώ οι απώλειες για τον γερμανικό κυβερνητικό συνασπισμό μπορεί να περιορίσουν περαιτέρω την ευελιξία της Γερμανίδας καγκελαρίου Αγκελα Μέρκελ σε κρίσιμα για την Ελλάδα ζητήματα όπως η ολοκλήρωση της Ευρωζώνης.

Μία θετική εξέλιξη πάντως για κάποιες από τις βασικές επιλογές πολιτικής της Ε.Ε., όπως η προστασία του περιβάλλοντος και το ελεύθερο εμπόριο, είναι η αύξηση της εκπροσώπησης των Πρασίνων και των Φιλελευθέρων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Την ώρα που τα μεγαλύτερα κόμματα, οι Συντηρητικοί του ΕΛΚ και οι Σοσιαλδημοκράτες, χάνουν έδαφος, θα ήταν σκόπιμο να αναζητηθούν ευρύτερες συμμαχίες έναντι των προκλήσεων που δημιουργεί η πολιτική του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ σε αυτούς τους τομείς. Μαζί με την επιλογή προσώπων που θα δώσουν κύρος και κατεύθυνση στους ευρωπαϊκούς θεσμούς, αυτή θα ήταν μια δυναμική απάντηση της Ε.Ε. στις φυγόκεντρες δυνάμεις.