ΑΠΟΨΕΙΣ

Οι πρεσβείες και οι προτιμήσεις

Αντιμέτωποι με μια νέα πραγματικότητα βρίσκονται οι διπλωμάτες σημαντικών πρεσβειών στην Αθήνα που αντιμετώπιζαν «πολύ θετικά» την κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα.

Οταν, σε επανειλημμένες περιπτώσεις, ο γράφων επεσήμαινε ότι η στήριξη προς την κυβέρνηση έδειχνε υπερβολική, οι απαντήσεις των περισσοτέρων κινούνταν στο ίδιο πνεύμα: «Δεν έχουμε προτιμήσεις, απλά η συνεργασία είναι εξαιρετική και το λέμε». Κάποιοι σημείωναν ότι τα τελευταία χρόνια οι χώρες τους είχαν αναπτύξει τις στενότερες σχέσεις που είχαν ποτέ με την Ελλάδα.

Οι επισημάνσεις τους δεν στερούντο βάσης. Οντως, η συνεργασία είναι πολύ καλή. Και όταν στην κυβέρνηση βρίσκεται ένα κόμμα που είχε γιγαντωθεί επικρίνοντας, αν όχι υβρίζοντας, τις χώρες τους, συχνά και τους ηγέτες τους προσωπικά, είναι δικαιολογημένη η ικανοποίηση για τη στροφή του ηγέτη και των περισσότερων κορυφαίων στελεχών και υπουργών προς τον ρεαλισμό, την εντελώς διαφορετική ρητορική, και την έμπρακτη σύμπλευση σε ένα ευρύ φάσμα δράσεων.

Δεν υιοθετώ την υπεραπλουστευτική εξήγηση ότι «ο Τσίπρας τους έκανε τη δουλειά». Σε γενικές γραμμές στις σχέσεις του με εταίρους και συμμάχους ο ηγέτης του ΣΥΡΙΖΑ απλά προσχώρησε στην κανονικότητα. Μετά τις αυταπάτες και τις παραπλανήσεις –και από τα δύο είχε η εξίσωση– κατανόησε την πραγματικότητα και άλλαξε πολιτική, ακόμη και συμπεριφορά.

Βέβαια, προτιμούσαν, ο πρώην αντισυστημικός, ριζοσπάστης πολιτικός να βρίσκεται στο Μέγαρο Μαξίμου και όχι στους δρόμους, διαδηλώνοντας. Εως ένα βαθμό, λοιπόν, κατανοητή η στενή συνεργασία με την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, που είχε και θετικές πτυχές, οικονομικά και γεωπολιτικά.

Ωστόσο, η στάση αρκετών διπλωματών ήταν υπερβολική. Υπήρξε μια σχεδόν απόλυτη ταύτιση με τον κ. Τσίπρα, η οποία σε αρκετές περιπτώσεις έλαβε προσωπικά χαρακτηριστικά και αυτό όχι μόνο ήταν λάθος, αλλά ήταν και άδικο έναντι πολιτικών δυνάμεων –όπως η Νέα Δημοκρατία, το Κίνημα Αλλαγής, ακόμη και το Ποτάμι– που απλά δεν είχαν παραπλανήσει και δεν είχαν άγνοια της πραγματικότητας. Ηταν φιλοδυτικοί και το έδειχναν από πριν, δεν άλλαξαν όταν ανέλαβαν την εξουσία, όπως συνέβη με τον κ. Τσίπρα.

Μάλιστα, κατά το παρελθόν είχαν «πληρώσει» τη σύμπλευση με την «ιμπεριαλιστική Αμερική» και την «Ευρώπη των μνημονίων». Κάποιοι είχαν υποστεί και επιθέσεις, οι οποίες ενίοτε δεν ήταν μόνον ρητορικές (γιαούρτια στον Θόδωρο Πάγκαλο, γρονθοκοπήματα κατά των Κωστή Χατζηδάκη, Γιώργου Κουμουτσάκου).

Είναι προφανές ότι οι διπλωμάτες μπορούν να εκφράζουν την ικανοποίησή τους για συγκεκριμένες δράσεις μιας κυβέρνησης –εμβάθυνση διμερούς συνεργασίας, αρμονική σχέση με θεσμούς, υπογραφή μιας συμφωνίας, συνέχιση πολυμερών σχημάτων όπως αυτά με Κύπρο, Ισραήλ και Αίγυπτο– αλλά όχι με τρόπο που να προκαλεί τα κόμματα της αντιπολίτευσης τα οποία, με ελάχιστες εξαιρέσεις (βλ. Πρέσπες), είχαν τις ίδιες στρατηγικές προσεγγίσεις.

Σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να υπήρχαν ιδεολογικές προτιμήσεις προς τη μια πλευρά, σε άλλες κακή προσωπική χημεία με την άλλη. Ομως, αποστολή του διπλωμάτη είναι να διασφαλίζει τις καλύτερες δυνατές σχέσεις με τη χώρα στην οποία υπηρετεί, όχι με μια συγκεκριμένη κυβέρνηση. Ως γνωστόν, στις δημοκρατίες οι κυβερνήσεις αλλάζουν.