ΑΠΟΨΕΙΣ

Εκστρατεία εξωστρέφειας με στόχο την εμπιστοσύνη

Η επίσκεψη του Κυριάκου Μητσοτάκη στη Νέα Υόρκη για τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών ήταν μία πρώτης τάξεως ευκαιρία για τον Ελληνα πρωθυπουργό να μεταφέρει προσωπικά το βασικό μήνυμα που εκπέμπει η κυβέρνησή του στους ξένους επιχειρηματικούς και χρηματοοικονομικούς παράγοντες: ότι η Ελλάδα εισέρχεται σε μία νέα εποχή, κατά την οποία ανοίγονται νέες προοπτικές για επιχειρηματικές συνεργασίες και επενδύσεις.

Από το μεγαλύτερο χρηματιστηριακό κέντρο του κόσμου, ο κ. Μητσοτάκης έδωσε το στίγμα του: Η Ελλάδα, είπε ξανά και ξανά, είναι πυλώνας σταθερότητας και αξιοπιστίας στην περιοχή. Και μετά την εκλογή του, ανοίγονται νέες προοπτικές στην οικονομία που αξίζει να βάλουν τη χώρα ξανά στο ραντάρ των Αμερικανών επενδυτών.

Το ενδιαφέρον των επενδυτών είναι άλλωστε απαραίτητη προϋπόθεση για να επιτύχει τους φιλόδοξους στόχους της κυβέρνησής του: Τον διπλασιασμό του ρυθμού ανάπτυξης στο 4%, την προσέλκυση επενδύσεων 100 δισ. ευρώ και την επιστροφή του αξιόχρεου της χώρας σε επενδυτικό βαθμό. Βεβαίως, τα δύο τελευταία αποτελούν προϋπόθεση για το πρώτο – και ιδιαίτερα η βελτίωση της πιστοληπτικής αξιολόγησης είναι κρίσιμη για να προσελκύσει όχι μόνο τα καιροσκοπικά κεφάλαια, αλλά επενδύσεις στην πραγματική οικονομία.

Για τον λόγο αυτό, άλλωστε, ο πρωθυπουργός έδωσε έμφαση και σε μία ακόμη προϋπόθεση επιτυχίας: τη μείωση των στόχων για τα πρωτογενή πλεονάσματα. Το ζήτημα συζήτησε διεξοδικά στη συνέντευξή του στο Bloomberg αλλά και στο Council on Foreign Relations, όπου ρωτήθηκε αν θα μπορέσει να επιτύχει τους φιλόδοξους στόχους του εφόσον η παγκόσμια οικονομία επιβραδύνει ρυθμούς. Οπως απάντησε, σε μία τέτοια περίπτωση θα υπάρχουν ακόμη περισσότεροι λόγοι να ζητήσει μεγαλύτερο δημοσιονομικό περιθώριο. Για την ώρα, τόνισε ότι προέχει να χτίσει αξιοπιστία προωθώντας ευρείες μεταρρυθμίσεις. Εκεί που φάνηκε πιο προσεκτικός στους εκπροσώπους της αγοράς ήταν στη φορολογική του πολιτική, την οποία είπε ότι θα μειώσει σύμφωνα με το πρόγραμμά του, σταδιακά και σε συνεννόηση με τους πιστωτές.

Σε αυτή την πρώτη του επίσκεψη ως πρωθυπουργός στη Νέα Υόρκη, ο κ. Μητσοτάκης απευθύνθηκε σε όλες τις κατηγορίες πιθανών επενδυτών: στη Γουόλ Στριτ, στους ομογενείς, στους εκπροσώπους αμερικανικών αλλά και ξένων επιχειρήσεων: Είχε μία συνάντηση με 30 διευθύνοντες συμβούλους αμερικανικών εταιρειών στην έδρα της Goldman Sachs. Συνάντησε πάνω από 80 στελέχη και επενδυτές της ομογένειας σε ένα κλειστό γεύμα που διοργάνωσε το προξενείο μας στη Νέα Υόρκη. Και η ομιλία του στο International Advisory Board του Atlantic Council, την ομάδα των επιχειρηματιών από όλο τον κόσμο που είναι μέλη του διεθνούς του συμβουλίου, συνέδεσε την οικονομία με τη γεωπολιτική. Ως μία δεξαμενή σκέψης που εστιάζει στη διατλαντική συνεργασία, το Atlantic Council ενδιαφέρεται για την Ελλάδα για γεωπολιτικούς λόγους, αλλά το ενδιαφέρον του επεκτείνεται σε όλους τους τομείς της διμερούς συνεργασίας όπου τα οικονομικά οφέλη μπορεί να είναι απτά: την ενέργεια, την αμυντική βιομηχανία, το εμπόριο και τις επενδύσεις.

Είναι χαρακτηριστικό ότι στα «Βραβεία Παγκόσμιου Πολίτη» που διοργάνωσε τη Δευτέρα, ο αρμόδιος για την Ευρώπη υφυπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ πρέσβης Φίλιπ Ρίκερ μιλούσε με θερμά λόγια για την Ελλάδα, για τη βελτίωση της εμπιστοσύνης και τις προοπτικές της χώρας. Αυτή την αισιοδοξία, μαζί με ένα νέο είδος εξωστρέφειας βασισμένο στην τεχνοκρατική επάρκεια, εκπέμπει ο κ. Μητσοτάκης όταν απευθύνεται στη διεθνή επενδυτική κοινότητα.

Οπως λέει ο Managing Partner της Vios Advisors/ Rockefeller Capital Μάικλ Μπάπης, «για πρώτη φορά μετά την κρίση βλέπουμε πάλι μια αισιοδοξία για το μέλλον, ότι η νέα κυβέρνηση θα δώσει μία ευκαιρία στους επιχειρηματίες να ανακάμψουν και στους ξένους επενδυτές να δουν αποδόσεις από τη χώρα». Ο ίδιος εκτιμά ότι ο στόχος για επενδύσεις 100 δισ. ευρώ είναι εφικτός.

Για να γίνει όμως το ενδιαφέρον, που εν πολλοίς βασίζεται στις χαμηλές τιμές, επενδυτική δέσμευση, ο κ. Μπάπης σημειώνει ότι είναι κρίσιμο «να διατηρηθεί η δυναμική ώστε να καταπολεμηθούν η γραφειοκρατία και οι υπερβολικές ρυθμίσεις» – και κυρίως να μην υπάρξουν αφορμές να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι τίποτε δεν αλλάζει στη χώρα. Η επιστροφή και, ακόμη περισσότερο, η διατήρηση της εμπιστοσύνης θα είναι το σημαντικότερο στοίχημα της κυβέρνησης και στον τομέα των επενδύσεων.

* Η Κατερίνα Σώκου είναι Nonresident Senior Fellow στο Atlantic Council.