ΑΠΟΨΕΙΣ

Πρόσωπα της εβδομάδας

Μιχάλης Χρυσοχοΐδης: Αντιδεξιότερα του Κέντρου

prosopa-tis-evdomadas0Οι διαφορές είναι πολλές. Υπάρχει, όμως, μεταξύ της κυβέρνησης Σαμαρά και της κυβέρνησης Μητσοτάκη μια αναλογία. Ο Σαμαράς ανέθεσε το κρισιμότερο χαρτοφυλάκιο της κυβέρνησής του σε κεντροαριστερής καταγωγής στέλεχος – τον Γιάννη Στουρνάρα. Εκείνος, ένας ξένος με το κόμμα, είχε επωμιστεί το εγχείρημα της δημοσιονομικής προσαρμογής – και της πολιτικής προσαρμογής από τις νεφέλες των Ζαππείων στη μνημονιακή πραγματικότητα.

Ο Μητσοτάκης ανέθεσε στον επίσης κεντροαριστερό –όπως είναι η καθωσπρέπει ονομασία του βετεράνου πασόκου– Μιχάλη Χρυσοχοΐδη το χαρτοφυλάκιο, από το οποίο εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό το δικό του στοίχημα: Να εγκαταστήσει στις πόλεις το σκηνικό της περιπόθητης κανονικότητας.

Ο Στουρνάρας δεν είχε να αντιμετωπίσει μόνο την αναμενόμενη καχυποψία ενός στρώματος της βαθιάς Ν.Δ. Εγινε και διακεκριμένος στόχος των επιθέσεων του ΣΥΡΙΖΑ, που πολέμησε τον πρώην υπουργό Οικονομικών όσο κανέναν άλλο υπουργό του Σαμαρά – με εξαίρεση τον Γεωργιάδη. Οι πρώτοι μήνες της θητείας του Χρυσοχοΐδη υπό τον Μητσοτάκη επαναλαμβάνουν αυτό το μοτίβο: Εκτός από πρόχειρη λεία του νεοδημοκρατικού σοβινισμού, ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη είναι μονίμως στο συριζαϊκό στόχαστρο – ίσως επειδή οι καταβολές του τον καθιστούν περισσότερο απειλητικό για τις ταξινομήσεις με βάση τις οποίες η Κουμουνδούρου δοκιμάζει να αναστηλώσει μετεκλογικά το αντιδεξιό μέτωπο.

Το πόσο μπαγιάτικες είναι αυτές οι ταξινομήσεις καταδεικνύεται, όσο πουθενά αλλού, στο πεδίο του Χρυσοχοΐδη. Τα ποσοστά αποδοχής της κυβερνητικής στρατηγικής στην ασφάλεια και, ειδικώς, στα πανεπιστήμια συνιστούν τεκμήριο «αποδεξιοποίησης» αυτής της ατζέντας. Το Κέντρο –αν με αυτό εννοούμε τη μετριοπαθή πλειοψηφία, που δεν κινείται από δογματικούς αυτοματισμούς– έχει αλλάξει. Εχει αλλάξει και χάρη στον ΣΥΡΙΖΑ, που, κυβερνώντας, επιτάχυνε την αποκαθήλωση ορισμένων, παράδοξα ανθεκτικών, μεταπολιτευτικών ταμπού.

Στο ερώτημα «έγινε ο Χρυσοχοΐδης δεξιός ή έγινε κεντροαριστερή η Ν.Δ.;» η απάντηση είναι: Τίποτε από τα δύο. Είναι λάθος η ερώτηση. Είναι λάθος γιατί διατυπώνεται με όρους στους οποίους πιστεύει μόνο ο ΣΥΡΙΖΑ. Αγνοώντας τις μετεκλογικές μετρήσεις και παρερμηνεύοντας αυτάρεσκα το ίδιο το εκλογικό αποτέλεσμα, ο ΣΥΡΙΖΑ εξακολουθεί να καταγγέλλει ως ακροδεξιά μια πολιτική που αποδέχεται ακόμη και το 40% των ψηφοφόρων του. Ετσι, η αξιωματική αντιπολίτευση νομίζει ότι είναι αντιδεξιά, ενώ στην πραγματικότητα αντιστρατεύεται μια αξιακά κατασταλαγμένη κοινωνική πλειοψηφία. Μια πλειοψηφία που δεν θα ήταν τόσο κατασταλαγμένη, αν δεν είχε μεσολαβήσει ο ΣΥΡΙΖΑ.

Γιώργος Παπανδρέου: Σιαμαία και ασυγχώνευτα

prosopa-tis-evdomadas1Υπάρχει ένα πρόβλημα του ΚΙΝΑΛ που το ίδιο το ΚΙΝΑΛ δεν μπορεί να διακρίνει. Το θέμα που επρόκειτο να μονοπωλήσει το συνέδριό του είναι, εκτός των κομματικών τειχών, μη θέμα. Το μεγαλύτερο μέρος της κοινής γνώμης ούτε ξέρει ούτε ενδιαφέρεται να μάθει γιατί χρειάζεται η οργανωτική απορρόφηση του ΠΑΣΟΚ από το ΚΙΝΑΛ.

Δεν ξέρει ούτε ενδιαφέρεται να μάθει γιατί αυτές οι δύο σιαμαίες οντότητες παραμένουν ακόμη οργανωτικά ασυγχώνευτες.

Γιατί ο Παπανδρέου, που ήταν πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, συμμετέχει στο ΚΙΝΑΛ ως μη ΠΑΣΟΚ και, με τη χαλαρότητα του μη ΠΑΣΟΚ, είχε ειδοποιήσει ότι θα απέχει από το συνέδριο του ΚΙΝΑΛ;

Η γεννηματική πλειοψηφία αντιλαμβάνεται ενστικτωδώς την (αυτο)συκοφαντική επίδραση που έχει αυτός ο βρασμός σε δαχτυλήθρα. Αυτό που δείχνει να μην αντιλαμβάνεται είναι πως το δικό της βλέμμα καθηλώθηκε πρώτο στον κομματικό ομφαλό.

Υποτίθεται ότι το συνέδριο προοριζόταν να θεραπεύσει την οργανωτική δυσαρμονία, που έδινε άλλοθι στην εσωκομματική φιλολογία περί αναβίωσης του αυθεντικού ΠΑΣΟΚ.

Ωστόσο, οι περισσότεροι συμφωνούν ότι ένα συνέδριο γραφειοκρατικού μερεμετίσματος δεν μπορεί παρά να αφήσει αναπάντητα τα ερωτήματα προσανατολισμού· και άρα δεν μπορεί παρά να ανακυκλώσει την ομφαλοσκόπηση.

Το ερώτημα που το ΚΙΝΑΛ αποφεύγει να θέσει στον εαυτό του είναι γιατί –με τον ΣΥΡΙΖΑ σε σπιράλ απονομιμοποίησης, το όμορο Ποτάμι εξαερωμένο και τη διάσπαση του ΓΑΠ επανασυγκολλημένη– δεν κατάφερε να πλησιάσει τον πήχυ του διψήφιου ποσοστού. Γιατί, στην εκλογικά πιο ευνοϊκή συγκυρία, δεν κατάφερε να αποδράσει από το μουσείο της μεταπολίτευσης;

Η απάντηση που τα ίδια τα στελέχη της πασοκικής πλειοψηφίας δίνουν στο ερώτημα διασπάται σε πολλές εκδοχές εμπνευσμένης υπεκφυγής, εστιασμένες σε σενάρια υπονόμευσης. Κι αυτό παρότι ομολογείται πως αυτός (ο Ανδρουλάκης) που μπορεί να αμφισβητήσει τη Γεννηματά δεν το θέλει· κι αυτός που θέλει (ο Γερουλάνος) δεν μπορεί.

Ακόμη κι εκείνοι που, λόγω μιας σχετικής απόστασης από την κομματική κουζίνα, είναι σε θέση να διατυπώσουν το υπαρξιακό ερώτημα, δεν στέργουν να το απαντήσουν, γιατί τάχα επενδύουν στον χρόνο. Ποντάρουν στο ενδεχόμενο να καταλήξει η αργή φθορά σε μια δημιουργική καταστροφή – σε μια αφύπνιση των επιβιωτικών ενστίκτων του εφτάψυχου κόμματος.

Το πρόβλημα με αυτή την πασοκική μεταφυσική της δημιουργικής καταστροφής είναι ότι στοιχηματίζει στη δημιουργία έχοντας σίγουρη μόνο την καταστροφή.