ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο πόνος των γειτόνων

«Κι άλλες φορές είχαμε κρίση στην Αλβανία, απλώς δεν γινόταν γνωστή στην Ελλάδα». Πάντοτε ευγενικός και μετρημένος ο Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Αναστάσιος, είπε κι αυτή τη φορά πολλά και σοβαρά με λίγες λέξεις, σε τηλεοπτική συνέντευξη μετά τον σεισμό που πλήγωσε βαριά τους γείτονές μας. Είπε δηλαδή –ή τουλάχιστον αυτά κατάλαβα εγώ, με τις προκαταλήψεις μου– ότι το ελληνικό ενδιαφέρον για ό,τι το αλβανικό παραμένει μικρό, ακόμα κι όταν η όμορη χώρα ταλανίζεται από «συνηθισμένες» κρίσεις, είτε η φύση τις προκαλεί είτε οι πολιτικοί της άρχοντες.

Επρεπε να γίνει «Ελληνας ο Αλβανός» με τον πιο πικρό τρόπο, του σεισμού και του θανάτου, για να εκδηλωθεί κάπως ισχυρή η έγνοια και η αλληλεγγύη μας. Και λέω «κάπως ισχυρή», γιατί σε υλική μορφή εκφράστηκε κυρίως, αν όχι αποκλειστικά, από την πλευρά της επίσημης Ελλάδας. Οχι της λαϊκής. Δεν έτυχε ν’ ακούσω πολλά για αυθόρμητους εράνους εδώ, για συγκέντρωση ρούχων, τροφίμων κ.λπ. Μακάρι να πέφτω εντελώς έξω. Μακάρι η συμπόνια μας, δεδομένη αυτή (αν εξαιρέσουμε βέβαια τους καθ’ έξιν αλβανοφάγους), να βρήκε κατά τόπους τη μέθοδο για να εκφραστεί και απτά.

Παρότι συνηθίζουμε να λέμε ότι τα βαλκανικά αδέρφια μας είναι οι Σέρβοι, δεν υπάρχει άλλος λαός πλην του αλβανικού που η μοίρα του, στο πέρασμα των αιώνων, να διασταυρώθηκε τόσο καθαρά με τη δική μας. Περιττεύει να αναφερθούμε στα της Επανάστασης του 1821 ή στα εγχειρήματα στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα για συγκρότηση ελληνοαλβανικού κράτους. Ας ξαναφέρουμε στο μυαλό μας, υπό το πρίσμα της τιμιότητας όμως και της ειλικρίνειας, τις τελευταίες μόνο δεκαετίες. Τότε που συγχρωτιστήκαμε μάλλον όλοι μας με Αλβανούς, πάντοτε από τη θέση του ανώτερου, του καλού ή (συνήθως) κακού εργοδότη.

Αυτό που τρόμαξε όσους τρόμαξε ανάμεσά μας, και τους οδήγησε να «ξορκίζουν το κακό» ουρλιάζοντας «δεν θα γίνεις Ελληνας ποτέ, Αλβανέ», ήταν η διαπίστωση πως, αν υπάρχουν αλλοεθνείς που να μπορούν (και σε πολλές περιπτώσεις να θέλουν) να γίνουν Ελληνες, δεν είναι άλλοι από τους Αλβανούς. Τα παιδιά μας, όσα δεν κακόπεσαν σε χρυσαυγίτικα δίχτυα, πήραν έγκαιρα τις αποστάσεις τους από τις «ενήλικες» εμμονές μας. Και με τις μεικτές παρέες και τους έρωτές τους έλυσαν κόμπους που φάνταζαν γόρδιοι.

Βαρύ το κρίμα να περιμένουμε έναν σεισμό για να νιώσουμε ότι μετέχουμε στην ίδια μοίρα με τους κατεξοχήν γείτονές μας. Και βαρύτερο αν ούτε και τώρα γεννηθούν αισθήματα ανθεκτικά στις εθνοϊδεοληψίες μας.