ΑΠΟΨΕΙΣ

Η αμερικανική εμπλοκή και η ελληνική ευθύνη

Με το προχθεσινό τηλεφώνημα στον Τούρκο πρόεδρο, ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ παρεμβαίνει για πρώτη φορά σε ζήτημα που άπτεται της εθνικής ασφάλειας της Ελλάδας. Το γεγονός από μόνο του έχει τη σημασία του, καθώς δείχνει ότι η αμερικανική διπλωματία έχει εμπλακεί στο υψηλότερο επίπεδο, αυτό του προέδρου των ΗΠΑ, για την αποκλιμάκωση της έντασης που προκαλεί η Τουρκία στην περιοχή.

Επιπλέον, συνιστά μία αναβάθμιση για τη διαπραγματευτική θέση της χώρας το γεγονός ότι o Αμερικανός πρόεδρος δεν ζητεί από τον Τούρκο ομόλογό του να τα βρει με την Ελλάδα για κάποιο διμερές ζήτημα, αλλά για την Ανατολική Μεσόγειο. Οπως αναφέρει χαρακτηριστικά η ανακοίνωση του Λευκού Οίκου, στο τηλεφώνημα με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ο Αμερικανός πρόεδρος «υπογράμμισε τη σημασία η Τουρκία και η Ελλάδα να επιλύσουν τις διαφορές τους στην Ανατολική Μεσόγειο». Δεν πρόκειται δηλαδή για αμιγώς ελληνοτουρκική διαμάχη αλλά για ένα ευρύτερο ζήτημα, σε μια περιοχή στην οποία οι ΗΠΑ έχουν στρατηγικά συμφέροντα σαφώς καθορισμένα στην Εθνική Στρατηγική Ασφαλείας. Η τελευταία ξεχωρίζει την Ανατολική Μεσόγειο ως περιοχή σημαντική για την ασφάλεια των ΗΠΑ και των συμμάχων τους αλλά και για τα αμερικανικά εμπορικά και οικονομικά συμφέροντα (ιδιαίτερα μετά την ανακάλυψη των υδρογονανθράκων) σε μια εποχή έξαρσης του στρατηγικού ανταγωνισμού με τη Ρωσία και την Κίνα, οι οποίες θεωρείται ότι επεκτείνουν τις βλέψεις τους στην περιοχή.

Δεύτερον, είναι σημαντικό να τονίσουμε ότι η εν λόγω παραίνεση δεν έγινε και προς τις δύο χώρες, αλλά μόνο προς την Τουρκία. Προφανώς οι Αμερικανοί προτρέπουν γενικώς όλες τις πλευρές να λύσουν τις διαφορές τους μέσω του διαλόγου. Εφόσον όμως δεν ακολουθήσει αντίστοιχο τηλεφώνημα και συγκεκριμένη, επίσης δημόσια παραίνεση του προέδρου Τραμπ προς τον Ελληνα πρωθυπουργό, αυτό σημαίνει ότι η αμερικανική πίεση εστιάζεται στον Τούρκο πρόεδρο, ο οποίος άλλωστε και προβληματίζει με τη στάση του την αμερικανική διπλωματία. Το υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ το έχει πει άλλωστε ξεκάθαρα, ζητώντας από την Τουρκία να σταματήσει τις προκλητικές ενέργειες στην Κύπρο, και αναγνωρίζοντας ότι τα ελληνικά νησιά έχουν υφαλοκρηπίδα. 

Η παρέμβαση του προέδρου Τραμπ είναι λοιπόν μία προτροπή προς τον Τούρκο πρόεδρο να τα βρει με την Ελλάδα για ένα ζήτημα που προφανώς οι Αμερικανοί θεωρούν ότι την αφορά, αυτό του τουρκολιβυκού μνημονίου. Συνδέεται άλλωστε και με το πρώτο θέμα του τηλεφωνήματος, που ήταν να συζητήσουν, σύμφωνα πάντα με τον Λευκό Οίκο, «την ανάγκη να εκλείψει η ξένη παρέμβαση και να διατηρηθεί η κατάπαυση του πυρός στη Λιβύη», κάτι που προφανώς αφορά τον ρόλο της Τουρκίας στη χώρα.

Βεβαίως, είναι ένα άλλο ζήτημα αν και πώς θα ανταποκριθεί στην αμερικανική παραίνεση ο πρόεδρος Ερντογάν. Στις δηλώσεις του, που εκτιμάται ότι έγιναν μετά το τηλεφώνημα με τον πρόεδρο Τραμπ, θύμισε κάπως άτσαλα είναι αλήθεια το κλίμα στην πρώτη συνάντησή του με τον Ελληνα πρωθυπουργό στη Νέα Υόρκη, και συγκεκριμένα τη διάθεση «να μην ενοχλεί» η μία χώρα την άλλη. Παρά δε τον απαξιωτικό χαρακτήρα εκφράσεων όπως όταν διερωτήθηκε, σύμφωνα με τους Τούρκους δημοσιογράφους που ταξίδευαν μαζί του, «αν πρέπει να το χάψουμε ότι η Κρήτη αποτελεί κύρια ηπειρωτική χώρα» (άρα ότι δικαιούται και αντίστοιχη υφαλοκρηπίδα) ή μία μίνι εκδοχή της, φαίνεται διατεθειμένος να συζητήσει το δεύτερο. 

Αλλά πρέπει να είναι πλέον σαφές αυτό που ήδη γνωρίζουν οι καλύτεροι Ελληνες διπλωμάτες: ότι η Τουρκία δεν προτίθεται να παραιτηθεί από τις διεκδικήσεις της, τις οποίες μάλιστα συγκεντρώνει μαζί με θέματα κυριαρχικών δικαιωμάτων και άλλες ελληνοτουρκικές διαφορές. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, η Ελλάδα προσπαθεί να αξιοποιήσει τη συγκυρία και κινείται προληπτικά, εντείνοντας τη διπλωματική προσπάθεια για έμπρακτη στήριξη από τους στενότερους συμμάχους της αλλά και δείχνοντας τη διάθεση για διευθέτηση των θαλασσίων ζωνών με βάση το διεθνές δίκαιο. Ο πρωθυπουργός ήδη έχει καλέσει την Τουρκία να συζητήσει την προσφυγή του θέματος (και μόνον αυτού) στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Καλό θα είναι να εντείνει και αυτή την προσπάθεια, προτού κληθεί να αντιμετωπίσει τα τετελεσμένα που θα έχει πιθανώς δημιουργήσει σε στρατιωτικό επίπεδο, και σίγουρα στην κοινή γνώμη των δύο χωρών, ένα ενδεχόμενο θερμό επεισόδιο.

* Η Κατερίνα Σώκου είναι Nonresident Senior Fellow στο Atlantic Council.