ΑΠΟΨΕΙΣ

Το αφόρητα όμορφο και μπανάλ της ύπαρξης

Στο τέλος της προβολής σκέφτεσαι ότι ο ελληνικός τίτλος της ταινίας «Η ομορφιά της ύπαρξης» του Σουηδού Ρόι Αντερσον μπορεί να είναι έως και σαρκαστικός. Το αγγλικό «About Endlessness» (στην πρωτότυπη γλώσσα «Σχετικά με το άπειρο») ανταποκρίνεται, μάλλον, με περισσότερη ακρίβεια στο περιεχόμενο. Τι σημαίνει όμως «ακρίβεια» για έναν σκηνοθέτη που, ενώ οργανώνει τόσο «καθαρά», τετραγωνισμένα στη λογική τους, γεωμετρικά πλάνα, διαθέτει ένα από τα πιο λοξά κινηματογραφικά βλέμματα πάνω στην ανθρώπινη συνθήκη;

Για όσους είναι εξοικειωμένοι με το έργο του 76χρονου Αντερσον («Τραγούδια από τον δεύτερο όροφο», «Ενα περιστέρι έκατσε σε ένα κλαδί συλλογιζόμενο την ύπαρξή του») η τελευταία ταινία του, που απέσπασε και το βραβείο σκηνοθεσίας στη βενετσιάνικη Μόστρα, τον περασμένο Σεπτέμβριο, είναι σαν φυσική συνέχεια των προηγούμενων. Και πάλι αυτή η βορειοευρωπαϊκή, σκανδιναβική «παγωνιά», πρόσωπα που μιλούν σαν να είναι απόντα, δωμάτια σπιτιών και μπαρ/εστιατόρια που διαθέτουν τα απολύτως αναγκαία έπιπλα, καμιά φασαρία ή οχλοβοή ακόμη και σε σκηνές με κόσμο, σύντομα ενσταντανέ, δύσκολα θα τα αποκαλούσες «ιστορίες», χωρίς δράση ή εξέλιξη, οι σεναριακοί διάλογοι έχουν μια επαναληπτικότητα. Παράδειγμα: στο «Περιστέρι» υπάρχει μια φράση-κλειδί: «Χαίρομαι που ακούω ότι είσαι καλά…» λένε στα τηλεφωνήματά τους σχεδόν όλοι. Και ύστερα σιωπούν. Κρατούν το ακουστικό στο αυτί, εκστομίζουν την κοινότοπη αυτή φράση, αυτοματοποιημένα, και καμία συνέχεια. Στην «Ομορφιά της ύπαρξης» (που διαρκεί 78 λεπτά όλα κι όλα) υπάρχει voice over που περιγράφει κάθε σκηνή με τη φράση: «Είδα έναν άντρα/μια γυναίκα…», και ακολουθεί κάτι όπως: «…που είχε πρόβλημα με το παπούτσι της» ή «που της άρεσε η σαμπάνια» ή «που είχε το μυαλό του αλλού» ή «που είχε χάσει τον δρόμο του». Χωρίς να σημαίνει ότι λείπουν σπαρακτικές ομολογίες, όπως ενός ιερέα που περιφέρει το ερώτημα: «Τι να κάνω τώρα που έχω χάσει την πίστη μου;». Ομως ακόμη και το σπαρακτικό δεν είναι καθόλου βαρύγδουπο ή ασφυκτικό. «Εξαερώνεται» με κυνικό χιούμορ.

Πάνω σε αυτήν την άμορφη καθημερινότητα που μοιάζει μπανάλ και την ίδια στιγμή μνημειώνεται μέσα από τον φακό ως μοναδική, ο Αντερσον ακινητοποιεί τη σκηνή αλλά όχι και την ενέργειά της. Μάλιστα, ο ίδιος εισήγαγε και έναν όρο, το «trivialism», ως κινηματογραφικό ρεύμα όπως είναι ο νεορεαλισμός ή το σινεμά του παραλόγου. «Μου αρέσει να ασχολούμαι με υπαρξιακά ζητήματα μέσα από συνηθισμένες και φαινομενικά μπανάλ καταστάσεις», έχει πει στο παρελθόν.

Η ενέργεια, λοιπόν, κάθε αυτόνομης ιστορίας, κάθε πλάνου που είναι στημένο σαν αναμνηστική φωτογραφία, διαρκώς μετασχηματίζεται, ταξιδεύει σε μνήμες, συνειρμούς, με χιούμορ ακραία παράδοξο, τα πρόσωπα μοιάζουν βαριά, καταθλιπτικά, αλλά, να, που ένα ζευγάρι μπορεί και ίπταται πάνω από την πόλη όπως στον διάσημο πίνακα του Σαγκάλ…

Σε μία από τις σκηνές, ένας μαθητής λυκείου εξηγεί σε μια συμμαθήτριά του τον πρώτο νόμο της θερμοδυναμικής ως εξής: «Τα πάντα είναι ενέργεια η οποία δεν μπορεί ποτέ να καταστραφεί. Είναι ατελείωτη. Μπορεί μόνο να αλλάξει από τη μία μορφή στην άλλη. Αυτό σημαίνει ότι είσαι ενέργεια. Είμαι ενέργεια. Η ενέργειά σου και η ενέργειά μου δεν μπορούν ποτέ να πάψουν να υπάρχουν. Μπορεί μόνο να μετατραπεί σε κάτι καινούργιο».

Η ζωή είναι τόσο σύντομη, μοιάζει να λέει ο Αντερσον, όσο και άπειρη. Οσο νομίζουμε ότι επαναλαμβάνεται, τόσο τίποτα δεν είναι ίδιο και ομοιόμορφο, γιατί εμείς αλλάζουμε, το βλέμμα μας διαφέρει, η διάθεσή μας προσδιορίζει την, φαινομενικά πανομοιότυπη κι όμως αλλιώτικη, όψη των πραγμάτων. Η «ομορφιά της ύπαρξης» εμπεριέχει τον ζόφο, το «πλήρες» είναι την ίδια στιγμή και τρομακτικό. Ισως γιατί η πληρότητα εμπεριέχει τον φόβο της απώλειας.

Καθώς το χιόνι αρχίζει να πέφτει σε μια εξαίσια φωτισμένη χειμωνιάτικη νύχτα, σε ένα μισογεμάτο μπαρ/καφέ, όπου όμως κανένας δεν επικοινωνεί με κανέναν, ο καθένας είναι βυθισμένος στον εαυτό του, ένας άνθρωπος κοιτάζει έξω από την τζαμαρία και ρωτάει, χωρίς, επί της ουσίας, να απευθύνεται σε κάποιον: «Δεν είναι υπέροχο;». «Τι;» απαντάει κάποιος άλλος, με τα μάτια του να παραμένουν συγκεντρωμένα στο ποτήρι του, στο κενό. «Τα πάντα», λέει ο πρώτος. Φινάλε.