ΑΠΟΨΕΙΣ

Πρόσωπα της εβδομάδας

Σταύρος Ξαρχάκος: Κάρβουνα και πυροβάτες

prosopa-tis-evdomadas0Στην υπουργό Πολιτισμού δεν άρεσαν οι αναφορές στον Σταύρο Ξαρχάκο. Την πρόδωσε ένας μορφασμός δυσπεψίας. Ο συνθέτης είχε μιλήσει για την κρίση στον κλάδο του με όρους τόσο αρχαιοσυνδικαλιστικούς –«η υπουργός διακατέχεται από σύνδρομο βλαπτικής έπαρσης»– όσο και ελεγειακούς – η τέχνη είναι «αναμμένο κάρβουνο» που απειλεί να κάψει τα πρωθυπουργικά χέρια.

Το ξαρχακικό μείγμα αντικατοπτρίζει, έστω και λοξά, την κατάσταση του χώρου. Ποικίλο και πολυταξικό, το πλήθος των επαγγελματιών του πολιτισμού κινούνταν πάντα σε μια γκρίζα ζώνη, μεταξύ αγοράς και ελευθεριότητας. Μεταξύ εργασίας και ποίησης.

Αρκεί να αναλογιστεί κανείς τις διαφορές που ξεχωρίζουν, ας πούμε, τον αειθαλή μουσουργό από τους ηχολήπτες που ψωμίζονται στις θερινές συναυλίες, τους υπαλλήλους της Λυρικής, ή τους νυχτεργάτες του πάλκου. Τυπικά, όλοι είναι «συνάδελφοι». Δεν κάνουν όμως την ίδια δουλειά.

Αυτή η εισοδηματική και εργασιακή διαστρωμάτωση υπάρχει παντού, όπου υπάρχει πολιτιστική ζωή. Στην Ελλάδα της ευρύτατα αδήλωτης οικονομίας, η χαρτογράφηση του χώρου, που είναι προϋπόθεση για τη στήριξή του, είναι ακόμη πιο δύσκολη.

Ο Ξαρχάκος είπε ότι ψάχνει «υπερβατικό» υπουργό Πολιτισμού. Για να ασκηθεί όμως κοινωνική πολιτική στον πολιτισμό, χρειάζεται πρωτίστως ταπεινή λογιστική. Η δυσκολία να προσδιοριστούν οι δικαιούχοι, που δεν ενέπιπταν στο οριζόντιο πρόγραμμα με το «οκτακοσάρι», εξηγεί την καθυστέρηση στην ανακοίνωση των μέτρων. Δεν έφταιξαν η πάγια κλίση της ηγεσίας του ΥΠΠΟ στον μνημειακό πολιτισμό και η εκκρεμής εξοικείωσή της με τον σύγχρονο. Επρεπε απλώς να βρεθεί η γραφειοκρατική φόρμουλα για το μητρώο.

Ακόμη και μετά τα ειδικά μέτρα, όμως, οι φωνές της καταγγελίας δεν κόπασαν. Φωνάζουν κυρίως οι δημιουργοί που δεν έχουν πια έσοδα από τα πνευματικά τους δικαιώματα. Με τον Ξαρχάκο, που διέγνωσε «πολιτισμική αναιμία», συντονίστηκε και ο Φοίβος Δεληβοριάς, που νιώθει τον εξοστρακισμό του από το «εθνικό γίγνεσθαι».

Qualis artifex pereo! Οι χρησμοί αυτοί απηχούν το αίτημα να χρηματοδοτηθεί από το κράτος ο νέος φορέας διαχείρισης δικαιωμάτων (το μάνατζμεντ του οποίου ανατέθηκε προχθές από τους καλλιτέχνες στα υπερδοκιμασμένα χέρια της Λούκας Κατσέλη). Το αίτημα προϋπήρχε της πανδημικής κρίσης, παρότι ο φορέας έφερε, υποτίθεται, εχέγγυα βιωσιμότητας. Η κρίση καθιστά τώρα επιτακτική την κρατική «ένεση» που θα τον καταστήσει «βιωσιμότερο».

Τα μεγάλα ρεπερτόρια ξεχώριζαν από τους εργάτες της τέχνης και πριν από τον κορωνοϊό. Εκείνο που δεν ξεχωρίζει πια είναι το λόμπινγκ από το μελόδραμα.

Ιωάννης Καποδίστριας: Η κέρινη μνήμη

prosopa-tis-evdomadas2Ο Κυβερνήτης «ορκίστη στο σύνταμα κι ευτύς το χάλασε». Χάλασε και το βουλευτικόν. Δυο χρόνια κυβέρνησε «αγγελικά» και «μας γύμναζε και την οικονομίαν». Μετά «οι σπιγούνοι πλερώνονταν βαριά να μαθαίνουν τι κάνουν οι άνθρωποι εις τα σπίτια τους».

Τέτοια και χειρότερα έγραφε για τον Καποδίστρια ο στρατηγός Μακρυγιάννης. Ποιον πρέπει να δικαιώσουμε; Ποιος από τους εθνικούς ήρωες ήταν εθνικώς ορθότερος; Μήπως ο Μακρυγιάννης ήταν φιλελές, σαν τον καθηγητή Αριστείδη Χατζή, ο οποίος υφίσταται ψηφιακό λιθοβολισμό επειδή αποκάλεσε τον Κυβερνήτη «εκσυγχρονιστή δικτάτορα»; Μήπως στα οράματά του ο στρατηγός είχε ανθιστεί τα δημοκρατικά στάνταρ του 21ου αιώνα και τα προεφάρμοζε στον δικό του, τον 19ο;

Εντάξει. Η μαρτυρία ενός πολιτικού αντιπάλου –και κάποιου με το ταλέντο του Μακρυγιάννη στην αυτοθυματοποίηση– δεν είναι συνήθως στέρεη ιστορική μαρτυρία. Το δίπολό του, όμως, με τον Καποδίστρια βοηθάει για να φωτίσει την ποικιλία των πατέρων του έθνους – ποικιλία που η εθνοφυλακή του τουίτερ αξιώνει να πολτοποιήσει στο όνομα του φρονήματος.

Δεν είναι υπερβολή να πει κανείς ότι χωρίς τον Κυβερνήτη μπορεί να μην υπήρχε η σύγχρονη Ελλάδα. Μειώνει άραγε το ιστορικό του αποτύπωμα όποιος ισχυρίζεται ότι, παρ’ όλες τις αρετές του, δεν ήταν δημοκράτης;

Το θέμα δεν είναι τόσο η απάντηση που δίνει κανείς στο ερώτημα. Το θέμα είναι ότι το ίδιο το ερώτημα αντιμετωπίζεται ως απαγορευμένο. Η επίμαχη φράση του Χατζή θα είχε περάσει απαρατήρητη εάν δεν την είχε αναδημοσιεύσει η Επιτροπή 2021. Για πολλούς, ο επίσημος φορέας εορτασμού της επετείου δεν νομιμοποιείται να διαδίδει τέτοιες αιρετικές απόψεις. Πιο ενδιαφέρουσα είναι, όμως, η άλλη στάση: η συγκατάβαση.

Σύμφωνα με αυτή, η Ιστορία δεν προσφέρεται για δημόσιες συζητήσεις. Κάθε φορά που ανοίγει τέτοια κουβέντα, κακοφορμίζει γρήγορα σε οπαδικό καβγά. Η αναζήτηση της ιστορικής αλήθειας επαφίεται στους ειδήμονες και στους ψυλλιασμένους. Για τους υπολοίπους υπάρχουν οι πανηγυρικοί και οι τελετές.

Αυτό θα έπρεπε να κάνει και η Επιτροπή: Αντί να σκαλίζει και να σκανδαλίζει, ας αφοσιωθεί καλύτερα στη σκηνοθεσία μιας γιορτής. Τα έθνη χτίζονται πάνω σε βεβαιότητες. Οχι πάνω σε αμφιβολίες. Οτιδήποτε πιο απαιτητικό απειλεί να μας κλωτσήσει στο χαντάκι του διχασμού.

Πρόκειται για μιαν άποψη που στενεύει την εθνική μνήμη. Που την περιορίζει εκ προοιμίου σε ένα μουσείο ασάλευτων, κέρινων ομοιωμάτων. Πρόκειται για έναν ελιτισμό που θεωρεί ότι ένα έθνος διακοσίων ετών είναι ακόμη νήπιο. Δεν μπορούμε ακόμη να του πούμε ότι δεν υπάρχει Αη Βασίλης.