ΑΠΟΨΕΙΣ

Επιθετικά στον τουρισμό, ευκαιρία και κίνδυνοι

Ολες οι χώρες καλούνται να βρουν τη σωστή ισορροπία ανάμεσα στην προστασία της δημόσιας υγείας και την επανεκκίνηση της οικονομίας.

Η ανθρώπινη ζωή αποτελεί προφανώς την πρώτη μέριμνα, αλλά και η οικονομική δραστηριότητα και η απασχόληση έχουν τεράστια σημασία. Η Ελλάδα δεν αποτελεί εξαίρεση. Αναζητεί τις δικές της ισορροπίες.

Στη δική μας περίπτωση λόγω της τεράστιας σημασίας που έχει ο τουρισμός, σε συνδυασμό με τη χρονική περίοδο στην οποία βρισκόμαστε, οι επιλογές έχουν σε μεγάλο βαθμό να κάνουν με τον συγκεκριμένο τομέα της οικονομίας.

Ενισχυμένη από την καλή εικόνα των τελευταίων εβδομάδων στο μέτωπο των κρουσμάτων, η κυβέρνηση αποφάσισε να προχωρήσει στην υιοθέτηση επιθετικής πολιτικής με τολμηρά βήματα.

Με στόχο την ταχεία και δυναμική επανεκκίνηση του τουρισμού και πέρα από τα πολλά και στοχευμένα φορολογικής φύσης μέτρα, αποφάσισε το άνοιγμα των εποχιακών ξενοδοχείων δύο εβδομάδες νωρίτερα, στις 15 Ιουνίου, όπως και την ενίσχυση των υποδομών υγείας στους λεγόμενους μικρούς νησιωτικούς προορισμούς, κάτι που ελπίζεται ότι δεν θα είναι παροδικό.

Το δίλημμα τίθεται με τις αεροπορικές αφίξεις, τις διεθνείς πτήσεις προς το «Ελ. Βενιζέλος» που αρχίζουν στα μέσα Ιουνίου και προς τα περιφερειακά αεροδρόμια σταδιακά από 1ης Ιουλίου.

Στην προσπάθεια εξασφάλισης ενός μεγαλύτερου μεριδίου από μια μικρότερη πίτα που είναι σαφές ότι θα είναι η φετινή, ελήφθη η απόφαση –ίσως αναγκαία, που πάντως ενέχει κινδύνους– οι ξένοι τουρίστες να εισέρχονται στην Ελλάδα χωρίς την υποχρέωση καραντίνας και τη διενέργεια τεστ (θα πραγματοποιούνται δειγματοληπτικές εξετάσεις).

Από την 1η Ιουλίου θα ισχύσει η απελευθέρωση πτήσεων από το εξωτερικό προς όλα τα αεροδρόμια και εισόδους επισκεπτών από όλες τις χώρες, αλλά θα εξαιρεθούν εκείνες με «αρνητικά επιδημιολογικά χαρακτηριστικά».

Οι ενδείξεις είναι πως θα επιτραπεί η είσοδος σε τουρίστες από χώρες της Ζώνης Σένγκεν και της Ευρωπαϊκής Ενωσης ευρύτερα, αλλά και της Ανατολικής Ευρώπης, των Βαλκανίων, όπως και από το Ισραήλ και την Κύπρο.

Ωστόσο, σημαντικά κράτη όπως η Αμερική, ο Καναδάς, η Αυστραλία και η Βρετανία δεν ανήκουν στις παραπάνω κατηγορίες, αλλά αποτελούν σημαντική πηγή εσόδων για την Ελλάδα κατά τη διάρκεια της θερινής περιόδου.

Είναι ένα θέμα από πού και με ποια κριτήρια και μεθόδους «μέτρησης» θα επιτραπεί η έλευση τουριστών. Στη σύνθετη εξίσωση πρέπει να προστεθούν και οι χιλιάδες ομογενείς που ζουν σε αυτές τις χώρες. Πολλοί από αυτούς έρχονται οικογενειακά και συχνά μένουν στη χώρα μεγάλα διαστήματα με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την ενίσχυση της ελληνικής οικονομίας.

Είναι γεγονός πως τα στοιχεία γύρω από το ευρωπαϊκό αλλά και παγκόσμιο τουριστικό ενδιαφέρον για διακοπές στην Ελλάδα είναι ενθαρρυντικά.

Παρά τη δικαιολογημένη ανησυχία και αβεβαιότητα, οι κρατήσεις ταξιδιωτικών γραφείων κινούνται σε επίπεδα που προφανώς δεν προκαλούν ενθουσιασμό, αλλά δικαιολογούν μια συγκρατημένη αισιοδοξία ότι θα αποφευχθεί η καταστροφή.

Η ελπίδα είναι ότι, τηρουμένων των αναλογιών, θα πάμε καλά. Ωστόσο, χρειάζεται μεγάλη προσοχή διότι η μέχρι τώρα εικόνα αποτελεσματικής αντιμετώπισης της πανδημίας που οδήγησε στα ευνοϊκά σχόλια των διεθνών μέσων ενημέρωσης, αλλά και στη θετική πρώτη ανταπόκριση των τουριστών, μπορεί να μας γυρίσει μπούμερανγκ.

Σε περίπτωση που έχουμε κρούσματα –πιθανώς και εισαγόμενα λόγω και της τολμηρής απόφασης να μην τίθενται σε καραντίνα και να μην υποβάλλονται σε τεστ οι τουρίστες– θα ανατραπεί πολύ γρήγορα το θετικό σκηνικό και θα πληγεί το αισιόδοξο αφήγημα.

Αυτό θα έχει καταστροφικές συνέπειες για τη χώρα, η οποία –αυτή τη φορά για τους σωστούς λόγους– βρίσκεται στο επίκεντρο της προσοχής των διεθνών μέσων ενημέρωσης. Πολλά από αυτά ανέφεραν ως πρώτη είδηση τις προχθεσινές ανακοινώσεις της ελληνικής κυβέρνησης.

Καταφέραμε η Ελλάδα να προβάλλει ως κορυφαίος τουριστικός προορισμός σε ένα εξαιρετικά δύσκολο καλοκαίρι.

Η άλλη όψη του νομίσματος είναι ο κίνδυνος η όποια αρνητική εξέλιξη να λάβει υπερβολικά μεγάλες διαστάσεις και δημοσιότητα.