ΑΠΟΨΕΙΣ

Πρόσωπα της εβδομάδας

Η «35χρονη δράστις»: Το οξύ βλέμμα

Παλιότερα οι αρχάριοι ρεπόρτερ εκπαιδεύονταν σε αυτό: πώς να τρυπώνουν σε σαλόνια με συγγενείς που θρηνούσαν για να «απαλλοτριώσουν» λάθρα μια κορνίζα από το σαλόνι του θύτη ή του θύματος. Την επόμενη ημέρα, η εφημερίδα έπρεπε πάση θυσία να έχει καδραρισμένο στο πρωτοσέλιδο το πρόσωπο του εγκλήματος.

Τώρα η δουλειά είναι πιο απλή. Η αστυνομία δίνει τα ονόματα. Και οι δημοσιογράφοι αυτομάτως αλιεύουν ολόκληρες φωτο-αυτοβιογραφίες από τα κοινωνικά δίκτυα. Το μόνο που απομένει από τη μυστικότητα της προανάκρισης είναι ο φερετζές των πίξελ.

Μυστικότητα; Ποιος τη θυμάται πια τη μακαρίτισσα τη μυστικότητα;

Η έκθεση που υφίστανται οι πρωταγωνίστριες του εγκλήματος είναι προέκταση της έκθεσης που οι ίδιες επέλεξαν – φαντασμαγορική διεύρυνση της ορατότητας των ήδη ανηρτημένων βίων. Ετσι, όπως εικονίζονται μισές η δράστις και το θύμα της, σχεδόν δεν ξεχωρίζουν. Είναι πλάσματα του ίδιου μηχανισμού παραγωγής «προφίλ» – μηχανισμού χωρίς τον οποίο μπορεί το έγκλημα να μην είχε συντελεστεί.

Λένε ότι μυθοποιούμε τη σημασία των νέων Μέσων. Βιτριολισμοί και βιτριολιστές υπήρχαν και πριν από το Facebook. Δεν έφτιαξε το Μέσο την ερωτική παθολογία και τις εκδηλώσεις της.

Το Μέσο, όμως, κανονικοποίησε συμπεριφορές που ήταν άλλοτε περιθωριακές. Εκανε ρουτίνα την ιδιωτική κατασκοπεία. Αθώωσε τη συνήθεια να παραμονεύεις τον άλλο – αυτόν που επιθυμείς, αυτόν που μισείς. Υπέθαλψε τον εξιμπισιονισμό, προκαλώντας υπερπληθώρα ηδονοβλεπτικής ύλης και καθιστώντας έτσι νόμιμο το βλέμμα που, μόλις μια γενιά πριν, λογιζόταν αδιάκριτο, αν όχι και διαστροφικό.

Αν πιστέψει κανείς την αφήγηση της αστυνομίας, αυτό το εργαλείο «επικοινωνίας» –που τρέπεται εύκολα σε δίαυλο μονόδρομης, ακοινώνητης εμμονής– επέτρεψε στο έγκλημα να συμβεί. Δεν υπήρχε, λένε, καν αντικείμενο «πραγματικής» αντιζηλίας (λες και υπάρχει ζήλια χωρίς φαντασίωση). Υπήρχε όμως, όπως υπάρχει και για όλους, αυτός ο αχανής λαβύρινθος με τους διπλούς καθρέφτες, όπου εθίζεσαι να κοιτάζεις και να κοιτάζεσαι. Να παρακολουθείς χωρίς να σε βλέπουν και να παρακολουθείσαι χωρίς να τους βλέπεις.

Σε αυτή την παγίδα αν-ηδονοβλεψίας –όπου στα ελατήρια της κατασκόπευσης μπορεί να ελλοχεύουν αγκαλιά ο πόθος με το μίσος– δεν πιάστηκε μόνο η γυναίκα που υποδεικνύεται ως δράστις. Εκείνη κοίταζε το προφίλ του θύματός της, όπως τώρα κοιτάζουν την ίδια –την γκουγκλάρουν μανιωδώς και την εξονυχίζουν– εκατομμύρια διψασμένα μάτια.

Η λαχτάρα με την οποία κρυφοκαταναλώνεται η εικόνα των δύο γυναικών δείχνει ότι στο σπιράλ της παρακμής του βλέμματος είμαστε πιασμένοι όλοι.

Ουίνστον Τσώρτσιλ: Αυτοβανδαλισμός

Οποιος αγγίζει τα μνημεία, τα ξυπνάει. Ακόμη κι αν τα αγγίζει με μόνο σκοπό να τα εξαφανίσει. Ανδριάντες που μάζευαν απαρατήρητοι σκόνη και ίχνη περιστεριών, ζωντανεύουν και γίνονται ξαφνικά ξανά παίκτες στη δημόσια ζωή.

Η αποκαθήλωση των συμβόλων είναι η ίδια ένας πολύ ισχυρός συμβολισμός. Γι’ αυτό και συντελείται τελετουργικά κάθε φορά που πέφτει ένα καθεστώς. Ποιος ξεχνάει τους μπρούντζινους Λένιν που παραδίδονταν στη δίψα του πλήθους στην ανατολική Ευρώπη μετά το 1989. Ποιος ξεχνάει τον επίμονο Σαντάμ Χουσεΐν που έπρεπε να δεθεί με δεκάδες σχοινιά για να υποκύψει στην επίδειξη κατακτητικής δύναμης του αμερικανικού στρατού το 2003;

Η κατεδάφιση σηματοδοτεί έτσι την ιστορική ρήξη. Το πρόσφατο κίνημα αποκαθήλωσης των συμβόλων του ρατσισμού και της αποικιοκρατίας, που πυροδοτήθηκε από τον θάνατο του Τζορτζ Φλόιντ, ποιο καθεστώς θέλει να γκρεμίσει; Οταν ακρωτηριάζει τους μαρμαρωμένους βασιλιάδες, όταν γράφει με σπρέι αντιρατσιστικά αναθέματα πάνω στο βάθρο που στηρίζει τον Ουίνστον Τσώρτσιλ, ποια επανάσταση φαντάζεται ότι εκπληρώνει; Δεν είναι οι εχθροί του ήδη ηττημένοι;

Θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι ενώ οι θεσμοί έχουν όντως αλλάξει, παραμένουν ωστόσο τα «ραδιενεργά» κατάλοιπα των ρατσιστικών καθεστώτων στο πολιτισμικό υπόστρωμα. Το ερώτημα είναι αν ο τρόπος να καθαρίσουν αυτά τα κατάλοιπα είναι η εκκαθάριση της ιστορικής μνήμης.

Η εκκαθάριση είναι μόδα. Δεν αφορά μόνο τους πεθαμένους. Αφορά και τους ζωντανούς. Μια δήλωση, ένα τουίτ, μια υποψία αρκεί για να αξιώσει κανείς την ακύρωση ενός προσώπου. Ετσι το λένε: Cancelling. Η τελευταία που το υφίσταται ήταν η Τζ. Κ. Ρόουλινγκ, η συγγραφέας του Χάρι Πότερ, επειδή ισχυρίστηκε ότι υπάρχει βιολογικό φύλο.

Τι σχέση έχει η Ρόουλινγκ με τον Τσώρτσιλ; Δείχνουν ότι ζωντανοί και νεκροί μπορούν να βρεθούν αντιμέτωποι με έναν μανιχαϊσμό που βιάζεται να εκδώσει ετυμηγορίες κοινωνικού θανάτου, χωρίς να ενδιαφέρεται να σταθμίσει τις αποχρώσεις –και τις αντιφάσεις– του καταδικαζομένου. Χωρίς να μπορεί να διακρίνει την πολυπλοκότητα της ιστορίας που διαγράφει. Ετσι κάνουν όλοι οι φανατισμοί. Ετσι καταλήγουν να υπονομεύουν τον όντως ιερό σκοπό για τον οποίο υποτίθεται ότι μάχονται.

Η εικόνα του Τσώρτσιλ εγκιβωτισμένου σε τενεκέδες, προληπτικά βανδαλισμένου από τον φόβο τον βάνδαλων, φαίνεται σαν αυτοτραυματισμός της δημοκρατίας. Σαν να τη στοιχειώνουν, εβδομήντα πέντε χρόνια μετά τη συμμαχική νίκη, τα φαντάσματα που τότε νίκησε.

Χωρίς τον Τσώρτσιλ, η δημοκρατία δεν θα είχε επιζήσει για να τον ξεπεράσει.