ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο λαϊκός άρχοντας που παρέδιδε μαθήματα μπαλίτσας

27s1lf69

«Οταν με κατηγορούν για κάτι που νομίζουν / κι όταν με παρεξηγούν χωρίς να με γνωρίζουν / όταν άδικα με βάζουν ν’ απολογηθώ, θυμάμαι τον Αλέφαντο…

Οταν με δικάζουνε χωρίς να έχω φταίξει / και όταν το δίκιο μου δεν μπορώ να βρω / όταν ένοχοι με βάζουν ν’ απολογηθώ, θυμάμαι τον Αλέφαντο.

Γεια σου ρε Αλέφαντε, είσαι παλικάρι, γεια σου ρε Αλέφαντε, κράτα όσο μπορείς / Γεια σου ρε Αλέφαντε, είσαι παλικάρι μην υποχωρείς…»

Οι στίχοι του τραγουδιού που αφιέρωσαν Τα Παιδιά από την Πάτρα στον Νίκο Αλέφαντο θεωρώ πως απεικονίζουν κατά πολύ τον Ελληνα προπονητή που υποχώρησε τελικά στην αρρώστια του, στα 81 του χρόνια.

Το ότι θα τον θυμόμαστε περισσότερο από τις ατάκες του και τις συμπεριφορές του παρά για τις επιτυχίες που είχε από τους πάγκους των ομάδων που πέρασε, δεν πιστοποιεί πως δεν ήταν καλός τεχνικός. Κι αυτό επειδή πιστεύω πως οι περισσότεροι που τον έκριναν αρνητικά ήταν οι «μυρωδιάδες», όπως τους αποκαλούσε. Ασχέτως αν ο αυθορμητισμός του έπαιρνε αμπάριζα σχεδόν όλους, που τους καλούσε να… μάθουν μπαλίτσα από τον άρχοντα.

Η γλώσσα που χρησιμοποιούσε στις συνεντεύξεις του και αργότερα όταν παρουσίαζε τηλεοπτικές εκπομπές δεν ήταν «ξύλινη», ούτε τυποποιημένη. Ηταν δική του, αυθεντική. Δεν προσαρμόστηκε στη δική μας, αλλά εμείς στη δική του, όταν θέλαμε να αναφερθούμε ή θα αναφερόμαστε σ’ αυτόν στο μέλλον.

Ενθουσιαζόταν εύκολα και τολμούσε να πει, αναφερόμενος σε ποδοσφαιριστές, πως… θα πέσουν τα τσιμέντα, αλλά απογοητευόταν ακόμα ευκολότερα όταν τον διέψευδαν κάποιοι στους οποίους πίστευε. Και δεν το έκρυβε, όσο μεγάλα ονόματα κι αν ήταν αυτά. Δεν δεχόταν να τους… βάλει στην πλάτη του. Στενοχωριόταν και ομολογούσε το παράπονό του, πως άλλοι συνάδελφοί του πήραν από αυτούς τα καλύτερά τους χρόνια και σε εκείνον έτυχαν στο τέλος της καριέρας τους. Κι αυτό το πλήρωσε πολλές φορές.

Οπως πλήρωσε και τις αντιπαραθέσεις του με τους οπαδούς. Δεν έκανε το… κορόιδο όταν τον αποδοκίμαζαν και τολμούσε να τα βάλει μαζί τους. Οσο «σκληροί» κι αν ήταν αυτοί. Οπως στο θριαμβευτικό 5-1 του Ιωνικού επί του Αιγάλεω, που ανέβηκε στα κάγκελα για να απαντήσει σε όσους τον αποδοκίμαζαν: «Παραδίδω ποδόσφαιρο».

Αυτές τις «παραδόσεις» τις εκτελούσε με κάθε τρόπο. Δεν ήταν απαραίτητο να έχει τον μαυροπίνακα εκείνης της εποχής ή τον σύγχρονο με τα μαγνητάκια, αντί παικτών. Του αρκούσαν τα κεφτεδάκια και τα σοκολατάκια. Υπάρχει μια αφήγηση, πως ένας ποδοσφαιριστής του, σε μια τέτοια ανάλυση, είχε εξαφανίσει ένα κεφτεδάκι και επικαλέστηκε πως παίζουν με δέκα. «Ε, και; Μπορείτε να τους νικήσετε και με έναν λιγότερο», ήταν η αυθόρμητη απάντηση του προπονητή.

Τίμιος, ειλικρινής, μπεσαλής, παλικάρι και πολλοί άλλοι θετικοί επιθετικοί προσδιορισμοί συνυπήρχαν στις συλλυπητήριες ανακοινώσεις ομάδων, ποδοσφαιριστών, γνωστών και άγνωστων φιλάθλων. Χαρακτηρισμοί που δεν συνόδευαν πάντα το όνομά του όσο ζούσε. Οχι επειδή δεν αγαπήθηκε, αλλά γιατί ο τρόπος και οι συμπεριφορές του δεν ακολουθούσαν τα πεπατημένα εύκολα μονοπάτια. Κι αυτό τον έκανε στα μάτια κάποιων «γραφικό».

Ακόμα και το κόκκινο μπλουζάκι που φορούσε χειμώνα καλοκαίρι στον πάγκο ή στις εμφανίσεις του στην τηλεόραση, σχολιαζόταν. Λες και ήταν ο μόνος άνθρωπος του αθλητισμού που ήταν προληπτικός.

Δεν μάσαγε τα λόγια του όταν του ζητούσαν να κάνει προβλέψεις για ντέρμπι. Αν έπεφτε μέσα, περνούσε στα… ψιλά. Στην αντίθετη περίπτωση γινόταν σύνθημα φίλων και αντιπάλων. Οπως το περίφημο «καλώς τα παιδιά, καλώς τα… 3-0» και την επομένη ο Ολυμπιακός έχανε από τον ΠΑΟΚ με 2-1.

Τι κι αν είχε παίξει στα τσικό των «πρασίνων» και είχε μία συμμετοχή σε έναν αγώνα με την πρώτη ομάδα. Ηταν από τους πιο «άρρωστους» Ολυμπιακούς και ποτέ δεν παραπονέθηκε όταν είδε για τρεις φορές την πόρτα εξόδου των «κόκκινων» αποδυτηρίων. Παρέμεινε πιστός οπαδός και της ομάδας αλλά και του Σωκράτη Κόκκαλη, ο οποίος εμπιστευόταν τις συμβουλές του ακόμα κι όταν είχε άλλον προπονητή στην ομάδα του.

Νομίζω πως το μόνο παράπονο που είχε, και το πήρε τελικά μαζί του, ήταν το περίφημο τηλεφώνημα που ζήτησε, αλλά δεν του το έκανε ποτέ ο διαιτητής Γιώργος Δούρος, όταν στην εκπομπή της Ελλης Στάη, το 2004, δάκρυσε, επειδή θεωρούσε, μέχρι το τέλος της ζωής του, πως του στέρησε ένα πρωτάθλημα. Ηταν το περίφημο παιχνίδι με τον Παναθηναϊκό στη Λεωφόρο που είχε λήξει 2-2. «Με κατέστρεψε», ήταν το ρήμα που χρησιμοποίησε και δάκρυσε…

Τελικά αυτό το… τηλεφώνημα ήρθε μετά τον θάνατό του, με τη δήλωση του πρώην Ελληνα διαιτητή: «Επρόκειτο για έναν μύστη του ποδοσφαίρου, ήξερε τα μυστικά της μπάλας όσο ελάχιστοι, κι αυτό δεν μπορεί να το αμφισβητήσει κανείς».

Πράγματι, δεν μπορεί να το αμφισβητήσει κανείς. Ομως, αυτό δεν ήταν αρκετό για να γευτεί την κατάκτηση ενός τίτλου στη μεγάλη κατηγορία του ελληνικού ποδοσφαίρου. Βλέπετε, χρειάζονται και πολλά άλλα για να βρεθείς στην κορυφή και να γευτείς την καθολική αναγνώριση.

Φεύγοντας από τη ζωή, στο σπίτι του στα Εξάρχεια, όπου γεννήθηκε και έζησε πάνω από 60 χρόνια, ο Νίκος Αλέφαντος πήρε μαζί του… τα πάντα όλα που γνώριζε για το ποδόσφαιρο. Ισως εκεί όπου είναι τώρα να εξακολουθεί να μαθαίνει μπαλίτσα σε όσους βρίσκονται γύρω του.