ΑΠΟΨΕΙΣ

Η πόλωση της Ν.Δ. για την τρομοκρατία

Μια περίεργη τακτική, που εγκυμονεί κινδύνους για την κοινωνική συνοχή αλλά και τη διεθνή εικόνα της Ελλάδας, επιλέγει η Ν.Δ. για να συγκρουστεί με τον ΣΥΡΙΖΑ στο ευαίσθητο ζήτημα της τρομοκρατίας.

Η μετωπική αντιπαράθεση και η ανάδειξη των αδιεξόδων των λαϊκίστικων υποσχέσεων, που με τόση άνεση σκορπά η αξιωματική αντιπολίτευση για την οικονομία, είναι ορθές και αναγκαίες. Αλλά όπως επιβάλλεται σοβαρότητα, ρεαλισμός και μετριοπάθεια σε ό,τι αφορά την οικονομία, απαιτείται ανάλογη προσέγγιση και σε άλλα μείζονος σημασίας ζητήματα στα οποία συγκαταλέγεται φυσικά και η τρομοκρατία.

Ο πρωθυπουργός υιοθετεί τη θεωρία των δύο άκρων, δηλώνοντας χθες στο Ευρωκοινοβούλιο ότι ο ΣΥΡΙΖΑ «ακροβατεί μεταξύ λαϊκισμού και συγκεκαλυμμένου εξτρεμισμού». Πριν από λίγες εβδομάδες η Ν.Δ. κατήγγειλε «γνωστές θέσεις και σχέσεις» του ΣΥΡΙΖΑ με την τρομοκρατία και στις αρχές της εβδομάδας η εκπρόσωπος της Ν.Δ. ζήτησε από τον κ. Τσίπρα να διαγράψει τους μισούς βουλευτές του γιατί υποστηρίζουν την τρομοκρατία. Πού στοχεύει η στρατηγική της Ν.Δ. με ανακοινώσεις που εμπεριέχουν διχαστικά, αν όχι εμφυλιοπολεμικά, χαρακτηριστικά; Είναι λογικό να επικρίνει η Νέα Δημοκρατία αμφιταλαντεύσεις μεμονωμένων στελεχών και να επισημαίνει ότι κάποιοι σε ακραίες συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ εμφανίζονται ως συμπαθούντες την τρομοκρατία -το έχει κάνει επανειλημμένα και ο γράφων- αλλά δεν μπορεί να καταγγέλλει ως τρομοκρατικό το μισό κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, το οποίο πριν από δύο χρόνια ψηφίσθηκε από το 27% των Ελλήνων και σήμερα προηγείται στις δημοσκοπήσεις.

Με αφορμή το γεγονός ότι αυτή η στήλη γράφεται στο Ευρωκοινοβούλιο, όπου χθες ο πρωθυπουργός παρουσίασε τις προτεραιότητες της ελληνικής προεδρίας και στη συνέχεια συναντήθηκε με τους Ελληνες ευρωβουλευτές, για τους οποίους ορθώς υπογράμμισε ότι ανεξαρτήτως κομμάτων βοηθούν την Ελλάδα, αναρωτιέμαι τι θα πρέπει να πράξει, για παράδειγμα, ο δικός του ευρωβουλευτής, Γιώργος Κουμουτσάκος, την επόμενη φορά που θα βρεθεί σε μια επιτροπή ή και σε ένα πάνελ με τον συνάδελφό του τού ΣΥΡΙΖΑ, Νίκο Χουντή. Να συζητήσει και ενδεχομένως να διαφωνήσει επί συγκεκριμένων πολιτικών, όπως είναι λογικό και συμβαίνει μέχρι σήμερα, ή να αποχωρήσει, από τη στιγμή που η Ν.Δ. περιγράφει το κόμμα του συναδέλφου του ως τρομοκρατικό;

Για να μην αναφέρω το σενάριο -που δεν μπορεί κανείς να αποκλείσει- τα αποτελέσματα των επόμενων βουλευτικών εκλογών να επιβάλουν τη συνύπαρξη της Νέας Δημοκρατίας με τον ΣΥΡΙΖΑ σε έναν πρωτόγνωρο για την Ελλάδα, αλλά ενδεχομένως αναγκαίο, μεγάλο συνασπισμό. Αλλωστε, και η σημερινή κυβέρνηση συνεργασίας της Ν.Δ. με το ΠΑΣΟΚ πρωτόγνωρη είναι και κανείς δεν θα τη φανταζόταν πριν από μερικά χρόνια.

Η ατυχής επιλογή του κ. Τσίπρα να μποϊκοτάρει τις εκδηλώσεις για την ανάληψη της προεδρίας από την Ελλάδα -ένα ατόπημα που έπρεπε να είχε αποφύγει- δίνει τροφή για να αμφισβητείται ο ευρωπαϊκός προσανατολισμός του ΣΥΡΙΖΑ. Εκεί υπάρχει χώρος για σκληρή κριτική. Είναι σαφές ότι η Ν.Δ. θα επιχειρήσει να επενδύσει σε έναν διαχωρισμό ανάμεσα στους υπέρμαχους της Ευρώπης και τους λαϊκιστές, που θέλουν τα οφέλη από τη συμμετοχή στην Ενωση αλλά χωρίς να αλλάξουν τις παλιές συνήθειες που εκτροχίασαν τα οικονομικά της χώρας. Αλλο αυτό και άλλο να κατηγορείς με τόση ευκολία ένα μεγάλο κόμμα ως σχεδόν υποστηρικτή της τρομοκρατίας. Η εύλογη ανησυχία που προκαλεί η δημοσκοπική διολίσθηση δεν πρέπει να οδηγεί σε σπασμωδικές αντιδράσεις.

Αν αυτού του είδους η μετωπική, χωρίς όρια σύγκρουση αποτελεί την προεκλογική στρατηγική της Ν.Δ., είναι επικίνδυνη. Και αν ξεκινά τον Ιανουάριο με τέτοια άγρια πόλωση, τι θα κάνει σε τέσσερις μήνες;

Αν μη τι άλλο, η κυβερνώσα παράταξη γνωρίζει ότι η πολιτική σταθερότητα και η εγκαθίδρυση κλίματος ηρεμίας είναι τα απαραίτητα συστατικά εξόδου της Ελλάδας από την κρίση και προσέλκυσης επενδύσεων. Με τη συμπεριφορά της δεν υπηρετεί αυτή την εθνική ανάγκη.

Πρόσφατα, ο γράφων σημείωνε ότι η τρομοκρατία δεν αντιμετωπίζεται με ανοχή και παθητικότητα, αλλά ούτε και με διαστρεβλωτικές υπερβολές, και δεν είναι δυνατόν να αποτελεί πεδίο κομματικής αντιπαράθεσης. Είναι προφανές ότι αν δεν επιτρέπεται λαϊκισμός για την οικονομία, σίγουρα δεν επιτρέπεται για την τρομοκρατία.