ΑΠΟΨΕΙΣ

Επενδύσεις μιμητισμού

Θυμάστε πριν από αρκετά χρόνια πόσες πιτσαρίες συναντούσαμε στον δρόμο μας; Ηταν τότε που το ιταλικό αυτό έδεσμα είχε κάνει την εμφάνισή του στη χώρα μας και οι Ελληνες, που και τότε και πάντα ήθελαν να είναι αφεντικά του εαυτού τους, επένδυσαν στη νέα μόδα εστίασης.

Στην Ελλάδα του 2014, ποιες είναι οι περισσότερες επενδύσεις; Οι καφετέριες, τα σουβλατζίδικα και τα κομμωτήρια, όπως κατέδειξε μια πολύ ενδιαφέρουσα επιστημονική μελέτη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και δημοσίευσε η «Οικονομική Κ» της Κυριακής.

Εδώ οι αναγνώσεις είναι πολλές. Από τη μία οι επίσημες, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, που λένε ότι μια σειρά από παράγοντες «δεν άφησαν την Ελλάδα να μεταβεί σε ένα πιο παραγωγικό επιχειρηματικό μοντέλο».
Υπάρχουν όμως και άλλες, που μπορεί να μην είναι επίσημες, παρά ταύτα υπάρχουν. Για την ακρίβεια, εξακολουθούν να υπάρχουν. Μία τέτοια ανάγνωση, ερμηνεία, συμπέρασμα είναι ότι οι καφετέριες είναι ταυτισμένες με τον τρόπο κίνησης και κοινωνικοποίησης των νεοελλήνων. Τα παλιά καφενεία μπορεί να υπάρχουν μόνο στα νησιά, σαν παραδοσιακοί προορισμοί, η λογική του καφενείου, όμως, στην πιο σύγχρονη μορφή της, έχει πάντα θέση στην καρδιά των Ελλήνων.

Μια δεύτερη ανάγνωση είναι ο μιμητισμός. «Ανοιξε ο Μήτσος καφετέρια ή σουβλατζίδικο και πάει καλά; Θα κάνω κι εγώ». Αλλιώς δεν εξηγείται πώς τα στενά του ιστορικού κέντρου της Αθήνας έχουν γεμίσει από καφέ κάθε είδους, μεγέθους και αισθητικής… Και μάλλον αυτό σημαίνει ότι η αναζήτηση νέων τομέων επένδυσης, επιχειρήσεων που θα κάνουν τη διαφορά ακριβώς επειδή θα είναι διαφορετικές, είναι αρκετά μακριά ακόμα από την επενδυτική σκέψη του νεοέλληνα.

Μια άλλη ανάγνωση, όχι η πιο αισιόδοξη, είναι ότι δεν δίδαξε και πολλά εκείνη η σοκαριστική εικόνα των κλειστών καταστημάτων. Φαίνεται ότι εκείνο το παλιό –και παντοτινό– να είμαστε αφεντικά του εαυτού μας είναι πάντα ισχυρό. Ακόμη κι αν τίποτα δεν υποδηλώνει ότι η αγορά θα ανθήσει και θα μπορέσει να «θρέψει» όλες τις νέες επιχειρήσεις.

Βέβαια, τα κομμωτήρια είναι μια άλλη ιστορία. Με αρκετές πλευρές ανάγνωσης κι αυτή. Η μία είναι η επιθετικά αισιόδοξη: να φροντίσουμε την εμφάνισή μας όσο γίνεται, αφού δεν μπορούμε να κάνουμε άλλα που θα θέλαμε. Η δεύτερη είναι δηλωτική μιας κοινωνικής πραγματικότητας: των πολλών νεαρών κοριτσιών που δεν συνεχίζουν σε ανώτατη εκπαίδευση, που γοητεύονται από το lifestyle και τις τηλεπερσόνες και βρίσκουν αυτή την οδό ως τη μεγαλύτερη δυνατή προσέγγιση του ονείρου τους.

Εν πάση περιπτώσει, είτε εκτός είτε εντός κρίσης, η επενδυτική λογική των Ελλήνων είναι ανορθο-λογική. Επενδύουν, απ’ ό,τι φαίνεται, σε αυτό που έχουν μάθει, σε αυτό που αρέσει σε εκείνους και παραγνωρίζουν ή αγνοούν τις ανάγκες που έχει η σύγχρονη κοινωνία. Ούτε διαμορφώνουν νέες ανάγκες.