ΑΠΟΨΕΙΣ

Πρόσωπα της εβδομάδας

Αντώνης Λιάκος: Εξαγνισμοί

prosopa-tis-evdomadas0Ας το πάρουμε αλλιώς. Ποιος δεν ήθελε να καεί η Μόρια; Φαντασιωνόμενος ότι βρίσκεται σε θέση ιδανικού θύματος, που το σέρνουν ανεύθυνο τα ρεύματα της Ιστορίας, ο καθηγητής Αντώνης Λιάκος εξομολογήθηκε ότι θα έκαιγε τη Μόρια, αν είχε βρεθεί κι εκείνος «μειράκιο» (sic) παγιδευμένο στην κόλαση.

Ολοι θα την έκαιγαν. Και τα οργανωμένα τάγματα, που δεν θέλουν καμία δομή υποδοχής. Και οι παράγοντες της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, που κάνουν τα μεγάφωνα της δίκαιης αγανάκτησης των νησιωτών, ζητώντας από καιρό να εξαφανιστούν οι ξένοι από τον τόπο τους. Και οι αντίπαλοι ακτιβιστές που είχαν μεριμνήσει ανθρωπιστικώς να θορυβήσουν τους φιλοξενούμενους στον καταυλισμό ότι επίκειται η μετατροπή του σε κλειστό «στρατόπεδο».
Ακόμη κι ο πρωθυπουργός, που πολιτικά είναι μάλλον πυροφοβικός, αναγνώρισε ότι η καταστροφή ήταν μια καλή ευκαιρία για επανεκκίνηση στο σύστημα διαχείρισης του Προσφυγικού. Γιατί, λοιπόν, να μην ονειρεύεται μια εξαγνιστική πυρά ένας διανοούμενος της Αριστεράς; Μήπως θα είναι πρώτη φορά; Μήπως η αριστερή εσχατολογία δεν ευχόταν πάντοτε την καταστροφή –την γκιλοτίνα ή το στουπί– ως αναγκαία προϋπόθεση της «προόδου»;

Η ίδια η εγκληματική πράξη χάνει έτσι τη σημασία της. Ο Λιάκος δεν αμφισβητεί καν ότι οι συλληφθέντες είναι αυτουργοί – ότι, ας πούμε, δεν υπάρχουν για αυτούς στοιχεία. Ακόμη κι αν είναι όντως οι εμπρηστές, για τον καθηγητή και τους συντρόφους του τα πρόσωπα αυτά είναι υπαρξιακώς αθώα. Είναι καθαγιασμένα από την κοινωνική καταγωγή τους και από τις «ανατρεπτικές» συνέπειες των πράξεών τους. Ο σκοπός αγιάζει.

Το οξύμωρο είναι ότι, ακόμη κι αν οι εμπρηστές τιμωρηθούν, ο εμπρησμός τους θα έχει δικαιωθεί. Θα έχει δικαιωθεί όχι από τους Λιάκους που αλείφουν με στάχτη τους παλιούς ιδεασμούς τους. Θα έχει δικαιωθεί από την ίδια την Ευρώπη. Οπως το 2015 χρειάστηκε η εικόνα ενός πνιγμένου νηπίου για να διεγερθούν τα αντανακλαστικά της Ε.Ε., έτσι και τώρα: Χωρίς την καταστροφή της Μόριας, δεν θα είχε εκδηλωθεί καμία διάθεση υποδοχής προσφύγων. Χωρίς τον εμπρησμό, δεν θα είχε κουνηθεί βλέφαρο.

Μ. Χρυσοχοΐδης: Πλοκές

prosopa-tis-evdomadas1Οταν εξαρθρώθηκε η 17Ν κανείς δεν το πίστευε. Μα, καλά; Αυτοί οι losers ήταν οι ασύλληπτοι τρομοκράτες; Η πραγματικότητα ήταν πολύ πεζή για να είναι αληθινή.

Το ίδιο αίσθημα απογοήτευσης από τη διάψευση θεωριών πρακτορίστικης πλοκής και αριστερίστικης μυθοπλασίας έζησαν και όσοι άκουσαν τις ανακοινώσεις για τις συλλήψεις των νεαρών Αφγανών.

Η Μόρια τις πρώτες ώρες μετά την καταστροφή ήταν πεδίο εύφορο για να σπείρει κανείς τις προκαταλήψεις του. Προοδευτικοί Γερμανοί ευρωβουλευτές μετέδιδαν «λάιβ» με το κινητό τους εικόνες από τα βουνά γύρω από τον καμένο καταυλισμό. Σοβαρά μέσα ενημέρωσης έψαχναν να ξεθάψουν κάποιο μυστικό, αποδίδοντας ανακριτικό κύρος στους άστεγους που κοιμούνταν στα νεκροταφεία. Εχετε δει, τους ρωτούσαν, ποιοι έβαλαν τη φωτιά; Ηταν τζιχαντιστές; Ηταν Τούρκοι πράκτορες; Ηταν, μήπως, Ελληνες ακροδεξιοί που πλήρωσαν τους εμπρηστές;

Το προφανές –ο ακράτητος θυμός λίγων θερμόαιμων τους οποίους δεν υπήρχε τίποτε να σταματήσει μέσα στο άναρχο ανθρωποστάσιο– δεν ήταν αρκετό. Αναρχο; Η λέξη είναι πολύ χλωμή για να περιγράψει την καθημερινή εγκληματικότητα στο άβατο προτού καεί. Αυτοί που κατήγγελλαν την καθημερινότητα της Μόριας, ήταν οι ίδιοι που βρέθηκαν πάλι εκεί για να καταγγείλουν το τέλος της. Τρέχοντας να προλάβει μια επιδημία μεταξύ των αστέγων, η πολιτεία έπρεπε να κινηθεί ανάμεσα σε διασταυρούμενα πυρά. Η καχυποψία των ντόπιων διασταυρωνόταν με τα αμείλικτα βλέμματα των ξένων media. Για αυτό εκτός από το επιχειρησιακό σχέδιο, οι Αρχές φάνηκε να έδωσαν σημασία και στο επιχειρησιακό θέατρο: Στην αποκατάσταση της εικόνας ενός ευρωπαϊκού κράτους που στέλνει, ας πούμε, γυναίκες αστυνομικούς με λευκές μπλούζες για να πείσουν τις οικογένειες να μπουν στις σκηνές.

Υπουργός Ανατολικής Λέσβου για μία εβδομάδα, ο Χρυσοχοΐδης ανέλαβε αυτό το πολιτικό-αστυνομικό εγχείρημα. Στόχος είναι να αντλήσει όχι η κυβέρνηση, αλλά το κράτος παράγωγη νομιμοποίηση από τη διαχείριση της κρίσης. Να πείσει τους αιτούντες άσυλο, την τοπική κοινωνία και την Ευρώπη ότι μπορεί σε πέντε μέρες να πετύχει, εκεί όπου αποτύγχανε πέντε χρόνια.