ΑΠΟΨΕΙΣ

Δικτατορία στις ΗΠΑ;

“Είτε υπάρξει νίκη, είτε ήττα, είτε ισοπαλία στις εκλογές, δεσμεύεστε εδώ σήμερα ότι θα υπάρξει μια ειρηνική παράδοση της εξουσίας μετά τις εκλογές;” 

Είναι μια απλή ερώτηση. Δεν περιέχει κάτι το περίπλοκο. Ένας δημοσιογράφος την έκανε τις προάλλες σε υποψήφιο σε εκλογές δημοκρατικής χώρας, και μάλιστα της ισχυρότερης δημοκρατικής χώρας του κόσμου. Σε κανονικές συνθήκες δεν θα έπρεπε καν να τίθεται -εννοείται ότι σε μια δημοκρατική χώρα οι εκλογές οδηγούν σε ειρηνική μετάβαση από τη μία κυβέρνηση στην άλλη. Είναι μια βασική, βασικότατη προϋπόθεση της δημοκρατίας. Η απάντηση, όμως, δεν ήταν αυτή που θα περίμενε κανείς από υποψήφιο δημοκρατικών εκλογών. Γιατί ο συγκεκριμένος υποψήφιος ήταν ο Ντόναλντ Τραμπ.

“Ας μην κοροϊδευμόμαστε”, γράφει ο δημοσιογράφος Μπάρτον Γκέλμαν σε πρόσφατο άρθρο του στο περιοδικό Atlantic. “Μπορεί να κερδίσει, ή μπορεί να χάσει, αλλά ο Ντόναλντ Τραμπ δεν πρόκειται ποτέ να παραδεχτεί την ήττα”. 

Ζούμε σε μια πρωτοφανή κατάσταση στα χρονικά αυτής της δημοκρατίας, που ο ένας υποψήφιος δηλώνει ξεκάθαρα και επανειλημμένα ότι δεν πρόκειται να αποδεχτεί κανένα αποτέλεσμα που δεν του αρέσει. Δεν τίθεται αμφιβολία περί αυτού. Φυσικά και θα αμφισβητήσει τα αποτελέσματα των εκλογών αν χάσει. Εδώ αμφισβητεί τα αποτελέσματα των εκλογών που κέρδισε. 

Αυτό δεν είναι ένα ενδεχόμενο γραφικό ή αστείο. Δεν μιλάμε απλά για έναν υπερήλικα που συμπεριφέρεται λες και είναι ο στρατηγός Ζοντ χωρίς τις υπερδυνάμεις. Συνοδεύεται από μια στρατηγική ενός κομματικού μηχανισμού που παράλληλα εργάζεται ενεργά, τώρα που μιλάμε, για τον εκτροχιασμό της εκλογικής διαδικασίας που θα ξεκινήσει σε 38 ημέρες “Το χειρότερο σενάριο δεν είναι το να απορρίψει το αποτέλεσμα των εκλογών ο Τραμπ” εξηγεί ο Γκέλμαν στο άρθρο του. “Το χειρότερο θα είναι αν χρησιμοποιήσει την ισχύ του για να εμποδίσει ένα αποτέλεσμα που θα είναι ξεκάθαρα εναντίον του (…) Αν ο Τραμπ αποχαλινωθεί και αν οι Ρεπουμπλικάνοι σύμμαχοί του παίξουν τους ρόλους τους, θα μπορούσε να εμποδίσει την ανακοίνωση μιας καθαρής νίκης για τον Μπάιντεν, πρώτα στο σώμα των εκλεκτόρων και μετά στο Κογκρέσο”. 

Και μετά ο Γκέλμαν, που έχει κερδίσει τρία βραβεία Πούλιτζερ (το πιο πρόσφατο για τις αποκαλύψεις του Έντουαρντ Σνόουντεν) συνεχίζει για να περιγράψει με λεπτομέρειες το μηχανισμό με τον οποίο οι Ρεπουμπλικανοί θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν νομικές ασάφειες και τεχνικές αδυναμίες της διαδικασίας -και ακόμα και χειρωνακτική νοθεία σε συγκεκριμένα στάδια- για να εμποδίσουν το αποτέλεσμα. Κι ο εφιάλτης που περιγράφει δεν είναι μόνο ένας θεωρητικός κίνδυνος. Έχοντας μιλήσει με στελέχη του Ρεπουμπλικανικού κόμματος, αναφέρει συγκεκριμένες κινήσεις και δοκιμές που γίνονται αυτή τη στιγμή για την τεχνική και νομική αμφισβήτηση της διαδικασίας το Νοέμβριο. Περιγράφει ακόμα και το σχεδιασμό πράξεων που αγγίζουν τα όρια του σαμποτάζ. 

Αυτά τα πράγματα, για κάποιον που νομίζει ότι οι ΗΠΑ είναι μια καλολαδωμένη μηχανή δημοκρατίας και νομιμότητας μπορεί να μοιάζουν αδιανόητα. Ο Γκέλμαν καταρρίπτει αυτό το μύθο, περιγράφοντας ένα εκλογικό σύστημα-κουρελού, γεμάτο αντιφάσεις και νομικά κενά, το οποίο -ένα ενδεικτικό παράδειγμα θα σας πω -στην πράξη επιτρέπει σε μια Πολιτεία να αγνοήσει ολοσχερώς την λαϊκή ετυμηγορία και να δώσει όλους τους εκλέκτορες όπου θέλει, απολύτως νόμιμα. Το ότι αυτό δεν έχει συμβεί ποτέ (σχεδόν) δεν οφείλεται σε “θεσμούς” που “λειτουργούν” αλλά στην τήρηση ενός πολιτικού εθίμου. 

Δύο ερωτήματα προκύπτουν, πολύ φυσιολογικά: είναι πραγματικά τόσο ευάλωτο το δημοκρατικό σύστημα στις ΗΠΑ; Και, επιπλέον, υπάρχει στ’ αλήθεια πιθανότητα να εκτροχιαστεί σε τέτοιο, αδιανόητο για εμάς, βαθμό; 

Αν το σκαλίσει λίγο κάποιος, γίνεται προφανές ότι το δημοκρατικό σύστημα που σχεδιάστηκε 230 χρόνια πριν σε εκείνη τη χώρα, παρ’ όλες τις μετέπειτα προσαρμογές, δεν μοιάζει και πολύ στέρεο. Δύσκολα μπορεί κάποιος να υποστηρίξει ότι στις αμερικανικές προεδρικές εκλογές η βούληση του λαού εκφράζεται εντελώς ανόθευτη. 

Αρκεί να κοιτάξει κανείς απλά, βασικά πράγματα, όπως το ότι οι εκλογές γίνονται Τρίτη, ότι η ημέρα των εκλογών δεν είναι αργία (οπότε ο κόσμος δουλεύει -και ειδικά οι φτωχότεροι ενδέχεται να μην προλαβαίνουν ή να μην μπορούν να αφήσουν τη δουλειά τους για να ψηφίσουν) και το ότι η συμμετοχή δεν είναι υποχρεωτική. Ίσως γνωρίζετε ότι το σύστημα είναι φτιαγμένο έτσι ώστε τον Πρόεδρο να μην τον εκλέγουν οι πολίτες, αλλά ένας συγκεκριμένος αριθμός εκλεκτόρων από κάθε Πολιτεία. Ο αριθμός υποτίθεται ότι πρέπει να είναι αντιπροσωπευτικός του πληθυσμού της χώρας, αλλά στην πράξη η ψήφος του κατοίκου μιας μικρής πολιτείας όπως το Γουαϊόμινγκ έχει τριπλάσια αξία από την ψήφο του κατοίκου της Καλιφόρνιας. Το στρεβλό αυτό σύστημα μπορεί να οδηγήσει σε φαινόμενα όπως του 2000 ή του 2016, όταν οι αμερικανοί ψήφισαν στην πλειοψηφία τους τον ένα υποψήφιο, αλλά οι εκλέκτορες επέλεξαν τον άλλο. 

Και υπάρχουν κι άλλα. Σε πολλές πολιτείες οι τοπικές αρχές έχουν πειράξει τους χάρτες των εκλογικών περιφερειών ανάλογα με το φυλετικό και ταξικό προφίλ κάθε γειτονιάς. Σε κάποιες πολιτείες μπαίνουν κανόνες που περιορίζουν την πρόσβαση στη διαδικασία σε συγκεκριμένες ομάδες πληθυσμού (π.χ. πρώην φυλακισμένους). Όλα αυτά και άλλα πολλά έχουν ως αποτέλεσμα στην πιο πρόσφατη ετήσια έκθεση του Freedom House για την ελευθερία στις χώρες του κόσμου, ανάμεσα σε 80 “ελεύθερες” χώρες οι ΗΠΑ να εμφανίζονται στην 53η θέση (η Ελλάδα, για την ιστορία, είναι στο νούμερο 50). Στο “Democracy Index” του Economist Intelligence Unit, οι ΗΠΑ χαρακτηρίζονται “ελαττωματική δημοκρατία” και στο κριτήριο “εκλογική διαδικασία και πλουραλισμός” παίρνουν χαμηλότερο βαθμό από την Βραζιλία ή την Ταϊβάν (και φυσικά από την Ελλάδα). 

Οπότε, ναι, η δημοκρατική διαδικασία εκεί είναι πολύ λιγότερο στέρεη και αποτελεσματική από ό,τι νομίζουν πολλοί, και το θεσμικό πλαίσιο που την περιγράφει και την προστατεύει είναι, από ό,τι φαίνεται, πολύ πιο ευάλωτο από ότι μπορούσαν να φανταστούν οι μη-ειδικοί ως τώρα. Υπάρχει, όμως, στ’ αλήθεια κίνδυνος κατάλυσης της δημοκρατικής νομιμότητας; Μπορεί πράγματι ο Τραμπ να κρατήσει την εξουσία αν χάσει τις εκλογές, χρησιμοποιώντας αυτά τα τρομακτικά και αδιανόητα κόλπα που περιγράφει ο Μπάρτον Γκέλμαν στο άρθρο του; 

Η απάντηση, δυστυχώς, είναι “δεν ξέρουμε”. Δεν έχει ξαναγίνει ποτέ κάτι τέτοιο. Ακόμα και σε τρομακτικά πολωμένες και ανταγωνιστικές εκλογικές διαδικασίες του παρελθόντος, όπως το αξέχαστο Μπους-Γκορ του 2000, στο τέλος επικρατούσε ο πολιτικός πολιτισμός και η (εθιμική) δημοκρατική τάξη. Τώρα; 

Βεβαίως, δεν πρέπει να ξεχνάμε κάποια πολύ σημαντικά πράγματα. Αντίθετα με άλλους επίδοξους δικτάτορες του παρελθόντος, ο Τραμπ δεν είναι λαοφιλής -η πλειοψηφία του κόσμου τον απεχθάνεται. Εξίσου τον απεχθάνεται ένα πολύ μεγάλο μέρος της επιχειρηματικής κοινότητας και ένα πολύ μεγάλο μέρος του στρατεύματος (και, βέβαια, σχεδόν το σύνολο των διανοούμενων, του πολιτιστικού κατεστημένου και των ΜΜΕ, αλλά αυτό στην εποχή μας δεν έχει μεγάλη σημασία). Επιπλέον, παρά τα αντιδημοκρατικά ένστικτα και τη φασιστική νοοτροπία, τα στελέχη της καμπάνιας του Τραμπ (ή όσα έχουν μείνει εκτός φυλακής, τέλος πάντων) έχουν επιδείξει και πολλαπλά παραδείγματα απειρίας, ασχετοσύνης και ανικανότητας τα τελευταία χρόνια. 

Αυτό που έχει ο Τραμπ στη διάθεση του είναι ο αποτελεσματικός κομματικός μηχανισμός του Ρεπουμπλικανικού κόμματος, το οποίο ελέγχει απόλυτα και, κυρίως, ένα μεγάλο -αν και όχι πλειοψηφικό- ποσοστό του λαού που τον ακολουθεί πιστά, αδιαφορώντας για πολιτικά λάθη, σαρδάμ, ρατσιστικά τουίτ και εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς από την πανδημία, εντελώς τυφλά, σαν τα μέλη εκείνων των αιρέσεων που περιμένουν μαζί το τέλος του κόσμου. Πράγμα που είναι και ο λόγος για τον οποίο ελέγχει απόλυτα το κόμμα. Ο φανατισμός αυτού του κόσμου, τον οποίο ο Τραμπ ήδη προετοιμάζει για να μην αποδεχτεί κανένα αποτέλεσμα εναντίον του το Νοέμβριο, και οι απρόβλεπτες αντιδράσεις του είναι μεγάλο κομμάτι της εξίσωσης και, ακόμα κι αν δεν οδηγήσει στην ολοσχερή κατάλυση του πολιτεύματος, ενδέχεται να οδηγήσει σε εφιαλτικά, πρωτοφανή γεγονότα και μια βαθιά, μακρόχρονη πολιτική κρίση. 

Τι θα γίνει τελικά; Όπως απάντησε κι ο Τραμπ σε εκείνη την ερώτηση του δημοσιογράφου για το αν θα παραδώσει ειρηνικά την εξουσία: “θα δούμε τι θα γίνει”.