ΑΠΟΨΕΙΣ

Στο πεζοδρόμιο της Θέμιδος

Οι ενστάσεις ήταν σωστές. Η Δικαιοσύνη δεν χρειάζεται υποβολείς. Μπορεί και πρέπει να αποφασίζει όχι μόνο τυφλή, αλλά και κωφή στις φωνές της πλατείας.

Οι ενστάσεις ήταν σωστές, αλλά και τραβηγμένες. Μια δίκη όπως της Χρυσής Αυγής δεν θα μπορούσε να μην προκαλέσει κινητοποίηση. Το ακροατήριο δεν ήταν μόνο η δικαστική αίθουσα. Ηταν όλη η κοινωνία.

Συμβαίνει άλλωστε και στις δημοκρατίες που θαυμάζουν οι φιλελεύθεροι αμύντορες της θεσμικής ορθότητας: δεν υπάρχει υπόθεση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου των ΗΠΑ που να μη συνοδεύεται από συγκέντρωση διαδηλωτών – πολλές φορές και από αντίπαλες διαδηλώσεις. Το ίδιο συμβαίνει και σε πολύκροτες ποινικές υποθέσεις. Δεν είναι βέβαια κάτι που συμβάλλει στην απονομή της δικαιοσύνης. Αλλά δεν είναι ούτε κάτι που αναγκαστικά τη δηλητηριάζει. Αν ύστερα από επτά χρόνια προδικασίας και ακροαματικής διαδικασίας· ύστερα από τόσες χιλιάδες σελίδες αποδεικτικού υλικού και τόσες ώρες καταθέσεων· αν ύστερα από αυτόν τον δικαστικό μαραθώνιο επικρατεί η υποψία ότι οι δικαστές αφήνουν τη δικανική τους κρίση να διαποτιστεί από την παρόρμηση του όχλου, τότε έχουμε συστημικό πρόβλημα εμπιστοσύνης στους θεσμούς.

Εξίσου προσβλητική για τη Δικαιοσύνη είναι και η άποψη που διατυπώνεται με μεγάλη ελαφρότητα τις τελευταίες ώρες, ότι η απόφαση του δικαστηρίου συνιστά «νίκη του κινήματος» – σαν να ήταν το δικαστήριο συνδικαλιστικό αξεσουάρ της μιας ή της άλλης πολιτικής στράτευσης. Τη θεσμική αυτοσυγκράτηση –που υπαγορεύει, ας πούμε, να μην πανηγυρίζουμε στην πόρτα της Θέμιδος– είναι υπερβολικά τυπολατρικό να την απαιτούμε από τους πολίτες σε υποθέσεις τόσο μεγάλου πολιτικού και ιστορικού φορτίου. Ισχύει και αντιστρόφως: οι θεσμικοί παράγοντες οφείλουν τουλάχιστον να τηρούν τους τύπους. Και να αποφεύγουν τις πεζοδρομιακές υπερβολές.