ΑΠΟΨΕΙΣ

Τα ριγέ ύδατα και τα υπόγεια ρεύματα

Η Ανατολική Μεσόγειος έγινε ριγέ. Φταίνε οι τόσες κόκκινες γραμμές που προβάλλονται πάνω της. Τις προβάλλει η πλειοδοτούσα αντιπολίτευση, καθώς ΣΥΡΙΖΑ και Κίνημα Αλλαγής ανταγωνίζονται σε μια συνθηματολογία του τύπου «μίλια υπάρχουν». Τις προβάλλει όμως παλλόμενες και η κυβέρνηση, προσπαθώντας να προσαρμόσει κάθε φορά τις οριοθετήσεις του διεθνούς δικαίου στις φαντασιακές γραμμές του εθνικού αφηγήματος, που είχε εμπεδωθεί πριν από την έξοδο του ερντογανικού στόλου.
 
Οι διαφορές μεταξύ κυριαρχίας, κυριαρχικού δικαιώματος –δικαιώματος εκμετάλλευσης και αντίστοιχων αξιώσεων, οι οποίες δεν έχουν ακόμη εγερθεί– ακούγονται μεταφυσικές στα περισσότερα αυτιά, που έχουν καταναλώσει μόνο φρόνημα. Ωστόσο, είναι αυτές οι κρίσιμες διαφορές που προσδιορίζουν και τα νόμιμα όρια της ελληνικής αντίδρασης «επί του πεδίου».
 
Αρκεί κανείς να σκεφθεί πόση απόσταση χρειάστηκε –διπλωματικά, επιχειρησιακά και ρητορικά– να διανυθεί από τον περασμένο Ιούλιο, που το «Ορούτς Ρέις» κινήθηκε για πρώτη φορά δυτικά, μέχρι την περασμένη Πέμπτη, που ο κυβερνητικός εκπρόσωπος βρέθηκε στην ανάγκη να εξηγεί τον διαχωρισμό της υφαλοκρηπίδας από τα υπερκείμενα ύδατα.
 
Ηταν αδύνατο για την κυβέρνηση να αποφύγει το κουβάρι αυτών των (παρ)εξηγήσεων. Την ώρα που προσπαθούσε να αναχαιτίσει μια ζωντανή απειλή, έπρεπε ταυτόχρονα να ορίσει ξανά το αντικείμενο της αντιπαράθεσης προς το εσωτερικό, με πραγματικούς όρους. 
Ηταν μια προσπάθεια που δεν μπορούσε να εκτελεστεί με μεθοδολογική ψυχραιμία. Ξεκίνησε με τον γλωσσοδέτη για το αν το «Ορούτς Ρέις» πραγματοποιεί ή όχι πραγματικές έρευνες – θύμα του οποίου έπεσε ο προηγούμενος σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας. Και κατέληξε στο επικοινωνιακό διάστρεμμα Γεραπετρίτη, ότι η κόκκινη γραμμή μπαίνει στα έξι μίλια. Η κυβέρνηση έδωσε έτσι την εντύπωση ότι μετακινεί διαρκώς τα γκολπόστ για να μη φανεί ότι έχει κλειστεί στην άμυνα.
 
Σύμφωνα με μια πιο ψυχρή ανάγνωση, η απαγκίστρωση από ορισμένα ταμπού είναι το παράπλευρο όφελος της αντιπαράθεσης με την Τουρκία. Σε αυτό το πλαίσιο –της ρεαλιστικής απαγκίστρωσης– θα μπορούσε κανείς να εγγράψει και τη ρητή αναγνώριση από την πλευρά του πρωθυπουργού ότι η Ελλάδα «συζητάει ζητήματα» στα οποία και η γείτων «έχει διεκδικήσεις».
 
Ακόμη και αν η πρόθεση της απομυθοποίησης είναι ορθή, είναι το ίδιο σωστή και η στιγμή; Μπορείς να ξύνεις τις παλιές βεβαιότητες την ώρα του βρασμού;
 
Σωστή ή λάθος, η στιγμή είναι πάντως σπάνια: Η κρίση ασφαλείας, περιέργως, δεν έχει μέχρι στιγμής προκαλέσει μια ανάλογη κρίση ανασφάλειας στο εσωτερικό. Αντί κάποιου ηθικού πανικού, οι μετρήσεις δείχνουν το αντίθετο. Τα ποσοστά υπέρ του διαλόγου με την Τουρκία είναι υψηλότερα ακόμη και από τα ποσοστά αποδοχής των χειρισμών της κυβέρνησης στο μέτωπο αυτό.
 
Θα ήταν λάθος να εκλάβει κανείς ως αμιγές και μονοσήμαντο αυτό το συναίσθημα. Η προσδοκία ειρηνικής διευθέτησης μπορεί να συγκατοικεί με τον εθνικό εγωισμό. Η λογική δεν αποκλείει το γόητρο.

Χαμένο Κέντρο

Χωροταξικά, δεν έχουν άδικο. Στη Χαριλάου Τρικούπη κοιτούν τον εκλογικό χάρτη. Βλέπουν τον ΣΥΡΙΖΑ βαλτωμένο και αναρωτιούνται: Αν όχι τώρα, πότε; 

Αν δεν καταφέρει το Κίνημα Αλλαγής να καταλάβει το κενό που αφήνει η διαρκής κρίση προσανατολισμού της αξιωματικής αντιπολίτευσης, πότε θα ξαναβρεί την ευκαιρία;

Η ερώτηση, που αναζωπυρώθηκε με τη φαγούρα για το μητσοτακικό χρίσμα στη Διαμαντοπούλου, είναι σωστή. Ακούει όμως κανείς όλες τις λάθος απαντήσεις. Φταίνε τα μέσα ενημέρωσης που δεν προβάλλουν τις πρωτοβουλίες του κόμματος. Φταίει ο Μητσοτάκης, που εκμαυλίζει πασόκους δίνοντάς τους αξιώματα, όπως τους εκμαύλιζε πριν και ο ΣΥΡΙΖΑ. Φταίει για κάποιους και η ηγεσία· αδυνατούν όμως να σου υποδείξουν τον/την διάδοχο που θα μπορούσε να εγγυηθεί ένα άλλο μεταφωφικό μέλλον.

Πιο πειστική είναι μάλλον η απάντηση που προκύπτει από τις δημοσκοπήσεις: Φταίνε οι ίδιοι οι ψηφοφόροι του ΚΙΝΑΛ, που εμπιστεύονται σε μεγάλα ποσοστά την κυβέρνηση. Ο ΣΥΡΙΖΑ και το ΠΑΣΟΚ –για να το πούμε με το όνομά του– δυσκολεύονται να καλύψουν το Κέντρο, γιατί τους το έχει πάρει άλλος.

Βέτο και ριάλια

Κανείς δεν εκτιμά την ευρωπαϊκή ταυτότητα περισσότερο από εκείνους που κατάφεραν να την εξαργυρώνουν.