ΑΠΟΨΕΙΣ

Η ιστορία του αντιρατσιστικού

Την περίοδο 2010-15, όποιος προλάβαινε κατέθετε στη Βουλή κι ένα αντιρατσιστικό νομοσχέδιο. Κάθε Κοινοβουλευτική Ομάδα δημοσιοποιούσε το δικό της. Το ΠΑΣΟΚ από το 2011 κατέθεσε τρία, η Ν.Δ. και ο ΣΥΡΙΖΑ από ένα, ακόμη και η Χ.Α. κατέθεσε πρόταση νόμου αντιμετώπισης του ρατσισμού κατά των... Ελλήνων. Φωτ. SHUTTERSTOCK

Δηλαδή τον λύκο τον βλέπαμε, τον τορό γυρεύαμε; Ο κ. Αντώνης Ρουπακιώτης, πρώην υπουργός Δικαιοσύνης (από τη «Δημοκρατική Αριστερά») στην κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου, αποκάλυψε ότι «ετοιμάσαμε ένα πλήρες αντιρατσιστικό νομοσχέδιο έχοντας υπόψη ότι η Χρυσή Αυγή αλώνιζε. Ενώ είμαστε έτοιμοι (…) έρχεται το μήνυμα από το Μαξίμου [σ.σ. Από τον κ. Αντώνη Σαμαρά]… στοπ, δεν περνάει αυτό το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο» (Open, 12.10.2020).

Οπως είναι φυσικό οι κατ’ επάγγελμα ευαίσθητοι του ΣΥΡΙΖΑ δήλωσαν σοκαρισμένοι. «Περιμένουμε από τη Ν.Δ. να απαντήσει στα όσα σοκαριστικά κατήγγειλε ο πρώην υπουργός Δικαιοσύνης της κυβέρνησης του κ. Σαμαρά, που αποκάλυψε πως “ενώ ήμασταν έτοιμοι να τυλίξουμε τη Χρυσή Αυγή, το Μέγαρο Μαξίμου έβαλε stop”».

Το νομοσχέδιο δεν κατατέθηκε ποτέ, για να ξέρουμε πώς θα «τυλιγόταν» η Χρυσή Αυγή, αλλά ξέρουμε πώς θα ήταν η «ασημένια σφαίρα» του κ. Ρουπακιώτη, διότι κατόπιν αυτό το σχέδιο κατατέθηκε ως κοινή πρόταση ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ. Να σημειώσουμε ότι εκείνη την περίοδο, όποιος προλάβαινε κατέθετε κι ένα αντιρατσιστικό νομοσχέδιο. Κάθε κοινοβουλευτική ομάδα δημοσιοποιούσε το δικό της, ακόμη και η Χ.Α.· δεν αστειευόμαστε, κατέθεσε πρόταση νόμου αντιμετώπισης του ρατσισμού κατά των… Ελλήνων. Το ΠΑΣΟΚ από το 2011 κατέθεσε τρία σχέδια (το ένα από κοινού με τη «Δημοκρατική Αριστερά», στην οποία ανήκε ο κ. Ρουπακιώτης), η Ν.Δ. την πρόταση νόμου «Τροποποιήσεις του ν. 927/1979 και άλλες διατάξεις», και φυσικά ο ΣΥΡΙΖΑ κατέθεσε «Πρόταση νόμου για την καταπολέμηση του ρατσισμού και των εγκλημάτων με ρατσιστικά χαρακτηριστικά», έχοντας από κάτω τις υπογραφές ολόκληρης της κοινοβουλευτικής του ομάδας. Ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια: στο σχέδιο νόμου του 2013, που κατέθεσε η τότε αξιωματική αντιπολίτευση προβλεπόταν στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων ακόμη και μετά καταδίκες για πλημμελήματα! Αλλά, όπως είπε προσφάτως στην ΔΕΘ ο κ. Αλέξης Τσίπρας, άλλος ο ΣΥΡΙΖΑ του 2010-2015, κι άλλος του 2015-2019.

Διά του λόγου…

Το νομοσχέδιο του κ. Ρουπακιώτη μπορεί να μην ευτύχησε (και ευτυχώς) να γίνει νόμος με την υπογραφή του ως υπουργού Δικαιοσύνης, κατατέθηκε όμως ως κοινή πρόταση των ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ και (δυστυχώς) το 2014 έγινε νόμος, από την κυβέρνηση Σαμαρά – Βενιζέλου. Στον πυρήνα του σχεδίου προβλεπόταν ότι «όποιος με πρόθεση, δημόσια, προφορικά ή διά του Τύπου, μέσω του Διαδικτύου ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο ή τρόπο, παροτρύνει, προκαλεί ή διεγείρει σε βιαιοπραγίες ή μίσος, κατά προσώπου ή ομάδας προσώπων, που προσδιορίζονται με βάση τη φυλή, το χρώμα, τη θρησκεία, τις γενεαλογικές καταβολές, την εθνική ή εθνοτική καταγωγή, τον γενετήσιο προσανατολισμό ή την ταυτότητα φύλου, τιμωρείται…». Την ώρα κατά την οποία οι ναζιστές μακέλευαν κόσμο, ο κ. Ρουπακιώτης θα «τους τύλιγε» επειδή έλεγαν βρωμόλογα. Τη Χρυσή Αυγή τη βλέπαμε, τον ρατσιστικό της λόγο γυρεύαμε. Τουλάχιστον ο κ. Ευάγγελος Βενιζέλος ήταν πιο πραγματιστής και πιο ειλικρινής. Δήλωνε ότι οι ισχύουσες ποινικές διατάξεις (για την αντιμετώπιση της Χρυσής Αυγής) επαρκούν… αλλά το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο ασχολείται με τα εγκλήματα λόγου. «Εθεσα την ανάγκη να συμπληρωθεί η ποινική νομοθεσία, όχι για ανθρωποκτονίες ή για σύσταση εγκληματικής οργάνωσης, όχι για βαριές σωματικές βλάβες, όχι για απειλές και εκβιασμούς, γιατί στα θέματα αυτά είναι πλήρης η ποινική νομοθεσία, αλλά για εγκλήματα λόγου κυρίως που συνδέονται με τον ρατσισμό, την ξενοφοβία και τη διαφορετικότητα» («Βήμα», 5.10.2013).

Βεβαίως το σχέδιο νόμου εμπεριείχε και χρήσιμες διατάξεις για την ποινική δίωξη των πραγματικών ρατσιστικών εγκλημάτων, οι οποίες σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση «αποσκοπούν στη διευκόλυνση της πρόσβασης αλλοδαπών θυμάτων και ουσιωδών μαρτύρων σοβαρών εγκλημάτων στη Δικαιοσύνη, με την υπό προϋποθέσεις και κατόπιν διάταξης εισαγγελέα χορήγηση σε αυτούς άδειας διαμονής, την αναστολή της απέλασής τους και της διαδικασίας επιστροφής τους». Αλλά στον πυρήνα του υπήρχε η ποινικοποίηση του λόγου, την οποία ο κ. Βενιζέλος προσπερνούμε με περίτεχνα λεκτικά σχήματα: «Το φρόνημα δεν ελέγχεται και δεν τιμωρείται, αλλά μορφές πολιτικού λόγου, μορφές πολιτικών συμβόλων που είναι αξιακά απαράδεκτες βεβαίως και μπορεί να ενεργοποιούν τον ποινικό νόμο. Για παράδειγμα, ο εγκωμιασμός του Ολοκαυτώματος ή η ρατσιστική προτροπή, η προτροπή στη βία είναι ποινικά αδικήματα. Είναι άλλο η ελευθερία του φρονήματος και άλλο ο ποινικά ανεξέλεγκτος λόγος».

Το φρόνημα στο σπίτι

Συνεπώς, το φρόνημα είναι κάτι που πρέπει να μένει σπίτι και να μη βγαίνει στη δημόσια αγορά των ιδεών, κάτι που τοις πράγμασι διαπίστωσαν ο Γερμανός καθηγητής Ιστορίας κ. Χάινς Ρίχτερ, η συγγραφέας κ. Σώτη Τριανταφύλλου, ο ημέτερος κ. Τάκης Θεοδωρόπουλος κ.ά. Με βάση αυτόν τον αντιρατσιστικό νόμο ο πρώτος κάθισε στο εδώλιο για κάποιες αναφορές στο βιβλίο του «Η μάχη της Κρήτης» (εκδ. Γκοβόστη) οι οποίες κατά τον εισαγγελέα Πρωτοδικών Ρεθύμνου «συνιστούσαν άρνηση εγκλημάτων του ναζισμού σε βάρος του κρητικού λαού με εξυβριστικό περιεχόμενο». Η δεύτερη διότι δεν ήταν ο Μάρκο Πόλο που είχε πει πως «φανατικός μουσουλμάνος είναι αυτός που σου κόβει το κεφάλι, ενώ μετριοπαθής είναι εκείνος που σε κρατάει για να σου κόψουν το κεφάλι» και ο τρίτος διότι –σύμφωνα με τον μηνυτή του– «η γενίκευση και η υπεραπλούστευση πως υπάρχουν σε ολόκληρες κατηγορίες του μεταναστευτικού πληθυσμού παραβατικές συμπεριφορές είναι ρατσισμός και ξενοφοβία (με τη μορφή της δημόσιας υποκίνησης τουλάχιστον μίσους)» (Παναγιώτης Δημητράς, 16.12.2016). Τελικώς η υπόθεση του κ. Θεοδωρόπουλου αρχειοθετήθηκε στο στάδιο της ανάκρισης, προφανώς διότι ο κ. Ρουπακιώτης δεν προέβλεψε στα «εγκλήματα λόγου» τη γενίκευση και την υπεραπλούστευση. «Κακώς, πολύ κακώς…», όπως συνηθίζει να σαρκάζει και ο φίλος Τάκης.

Τα αναφέρουμε όλα αυτά όχι μόνο για να δείξουμε ότι οι νόμοι φτιάχνονται σαν τα λουκάνικα (Μπίσμαρκ), ούτε για να αναδείξουμε την υποκρισία του ΣΥΡΙΖΑ για το «σχέδιο Ρουπακιώτη», που υποτίθεται θα «τύλιγε τη Χρυσή Αυγή». Πρωτίστως διότι ισχύει πάντα αυτό που είχε πει ο Λίντον Τζόνσον: «Δεν πρέπει να εξετάζουμε τη νομοθεσία υπό το πρίσμα των καλών που θα επιφέρει αν εφαρμοστεί σωστά, αλλά υπό το πρίσμα των δεινών που θα επιφέρει αν εφαρμοστεί λάθος». Και ο αντιρατσιστικός νόμος, που είχε καλές προθέσεις, ουδόλως έβλαψε τη Χρυσή Αυγή αλλά ταλαιπώρησε ανθρώπους οι οποίοι απλώς γράφουν. Και αυτό πρέπει να το θυμόμαστε τώρα, που με αφορμή την καταδίκη της εγκληματικής οργάνωσης, ξεκίνησαν πάλι συζητήσεις για ποινικοποίηση λόγου και φρονήματος.