ΑΠΟΨΕΙΣ

Είμαστε, δεν είμαστε. Τίποτα δεν είμαστε

Είναι λιτό. Αλλά αν δεν ήταν λιτό, θα ρωτούσαμε σήμερα ποιος πλήρωσε το μάρμαρο της υπερπαραγωγής. Είναι λίγο επετειακό. Αλλά αν είχε πολύ Αλαμάνα και καριοφίλι, θα χλευάζαμε το εθνικιστικό φολκλόρ. Είναι Σαββόπουλος. Δηλαδή, πολύ εύκολο να το αγαπήσεις ή να το μισήσεις, ανάλογα με το τι καιρό κάνει σήμερα.
 
Το κλιπάκι της Επιτροπής για το 2021 ήταν καταδικασμένο να προκαλέσει αντιδράσεις, όπως οτιδήποτε φέρει τη σφραγίδα του «εθνικού» – και προκαλεί έτσι τον καθένα να το δει, και να το μεταχειριστεί, σαν δικό του.
 
Εχοντας μωλωπιστεί από τις προηγούμενες απόπειρές της στο ολισθηρό πεδίο των συμβόλων, η Επιτροπή κινήθηκε αυτή τη φορά συντηρητικά. Το τραγούδι είναι σιγουράκι. Σουξέ διαχρονικό. Είναι κλασικός εορταστικός Σαββόπουλος, ακόμη και στη χορωδιακή διασκευή που πλαστογραφεί την πανηγυρτζίδικη χάρη του, για να το υποτάξει στις εμβατηριακές ανάγκες της περίστασης. 
 
Δεν είναι πάντως φορτωμένο με τόσο βαριές συνδηλώσεις, σαν αυτές που πήγε να του προσάψει η υπερανάλυση των τελευταίων ημερών. Από τους στίχους του, η συλλογική μνήμη έχει συγκρατήσει μόνο την αρχή και την κατακλείδα: «Ας κρατήσουν οι χοροί»· «Εθνική Ελλάδος, γεια σου». Δεν το λες και κατήχηση στον σωβινισμό.
 
Θα έπρεπε άραγε να είναι διαφορετικά; Θα έπρεπε να ζητήσουμε ένα θέαμα υψηλότερων προδιαγραφών – και όχι αυτόν τον «μαϊμού» Παπαϊωάννου, με τα νταούλια και τα παιδάκια του 2004, αλλά χωρίς τη σκηνοθετική ευφυΐα που τα είχε τότε συναρθρώσει σε τελετή παγκόσμιας ακτινοβολίας; Θα έπρεπε μήπως να περιμένουμε κάτι πιο εξεζητημένο από τη χαλκομανία της Μπουμπουλίνας στις κερκίδες· και από το ζευγάρι που χαριεντίζεται με βουκολικό νάζι γύρω από την ερμαϊκή στήλη του Καλλιμάρμαρου;
 
Δουλειά της Επιτροπής δεν είναι να κάνει τέχνη. Το σποτ έπρεπε να είναι τόσο φροντισμένο, όσο και μια διαφήμιση, που προσπαθεί να πατήσει τα κουμπιά της ρηχής συγκίνησης.
 
Κάποιοι είναι, ούτως ή άλλως, αποφασισμένοι να σφιχτούν. Στην ευκολία του σποτ, αντιτάσσουν τη δική τους ευκολία: Αυτο-επιβεβαιώνουν την αισθητική τους υπεροχή, επιστρατεύοντας όλο το σημειολογικό τους οπλοστάσιο για να τρυπήσουν ένα νταούλι.
 
Κάπως έτσι, σχολιαζόμενο, το μπανάλ θέαμα κατοπτρίζει τον διδακτικό ζήλο των σχολιαστών του. Αν η εθνική ταυτότητα είναι κάτι τόσο φθηνό, τότε γιατί καταβάλλουν τόσον πνευματικό κόπο για να την αποσείσουν; Αν τα σύμβολα είναι τόσο ληγμένα, τότε γιατί ξεμεσιάζονται για να τα αποκαθηλώσουν;
 
Το βιντεάκι δεν προσέφερε συγκίνηση, όσο τη θέα στα κίνητρα μιας δογματικής δυσανεξίας, που ξορκίζει την ταυτότητα, επειδή δεν μπορεί να τη φέρει με ελαφρότητα. Επειδή τη φέρει βαρέως.
 
«Είμαστε δεν είμαστε, τίποτα δεν είμαστε». Αλλοι το ακούν και χορεύουν. Και άλλοι δεν χωράνε στο πετσί τους. Μέσα στην ντάλα της ανίατης ελληνικότητας, δεν βρίσκουν ούτε έναν ίσκιο για να ξαποστάσουν.

Φούντωση

Με λίγο από το βοτάνι που φύτεψαν οι ακτιβιστές στις ζαρντινιέρες της Πανεπιστημίου, ο περίπατος μπορεί να φαίνεται επιτέλους μεγάαααλος.

Κούπες

Ο Μάρκους Ζέντερ το πέτυχε. Στο τέλος Σεπτεμβρίου, ο πρωθυπουργός της Βαυαρίας, και επίδοξος διάδοχος της Μέρκελ, εμφανίστηκε μέσω βίντεο σε κομματική εκδήλωση. Μιλούσε για την πανδημία. Πίσω του, μια σημαία της Βαυαρίας. Από πάνω του, ένας ξύλινος σταυρός. Στο τραπέζι μπροστά του, όμως, ήταν μια κούπα. The winter is coming, έγραφε. The winter is here.  Ο Ζέντερ έβαλε επιδεικτικά τσάι στην κούπα, για να φανούν τα χειμέρια σλόγκαν από το «Game of Thrones». Χωρίς να εγκαταλείψει το τελετουργικό πλαίσιο της υπερσυντηρητικής κομματικής παράδοσης, είχε καταφέρει να προκαλέσει την προσοχή των νέων με μια νότα ποπ κουλτούρας. Φιλαράκι, τον νου σου. Ερχεται χειμώνας. Η χρήση του «Game of Thrones» προκάλεσε, βέβαια, σάλο στα κοινωνικά δίκτυα. Στον Ζέντερ χρεώθηκαν κρυφά μηνύματα. Οτι προαναγγέλλει σφαγή. Ή ότι δηλώνει πως θέλει να γίνει άρχοντας στον Βορρά. Ο ίδιος δεν χρειάστηκε να πει τίποτε. Δεν χρειάστηκε να πάθει τη ρητορική ναυτία που υποφέρουν οι boomers, όταν επιστρατεύουν νυκτόβιους ιούς που «τρώνε πόρτα» και «κάνουν πάρτι κατά της ζωής μας». Η κούπα ήταν το διάγγελμα.