ΑΠΟΨΕΙΣ

Μια στρατηγική αυτονομία για την Ευρώπη

Οι εκλογές στις ΗΠΑ έδωσαν ανάσα ανακούφισης στους φίλους της αμερικανικής δημοκρατίας στον κόσμο. Η επικράτηση ενός έμπειρου, μετριοπαθούς, αξιοπρεπούς, «θεσμικού» ηγέτη γεννά ελπίδες στην Ευρώπη. Ιδίως καθώς ο πρόεδρος Μπάιντεν είναι προσανατολισμένος στη διεθνή συνεργασία (Συνθήκες για το Κλίμα, με το Ιράν, για τον διεθνή αφοπλισμό) και την προστασία των διεθνών Οργανισμών (ΟΗΕ, ΠΟΥ, ΠΟΕ) με μεταρρύθμιση αλλά όχι υπονόμευσή τους.

Αναλαμβάνει επικεφαλής της υπερδύναμης σε ένα διεθνές σύστημα, κρίσιμα χαρακτηριστικά του οποίου έχουν διαρραγεί. Πολλαπλοί πόλοι ισχύος, ελλείψει επαρκούς διεθνούς συστήματος παράγουν συγκρούσεις αντί για ρυθμιστικούς κανόνες. Αλληλεξάρτηση μετατρέπεται σε όπλο αυθαίρετου πειθαναγκασμού, όπως οι δευτερογενείς κυρώσεις Τραμπ εναντίον Ευρωπαίων λόγω συναλλαγών με το Ιράν.

Αναλαμβάνει ο Μπάιντεν σε μια εποχή κοινών προκλήσεων που φέρνουν κοντύτερα τη δημοκρατική Ευρώπη με την Αμερική των Δημοκρατικών: Οπως η ανάγκη αποτροπής μιας σύγκρουσης των πολιτισμών, όπου η αντιμετώπιση της ισλαμιστικής τρομοκρατίας θα μετατρεπόταν σε πόλεμο Δύσης-Ισλάμ.

Οπως η αποτροπή της απαξίωσης των δυτικών δημοκρατικών αξιών στο όνομα μιας τάχα υπέρτερης αποτελεσματικότητας του αυταρχικού προτύπου διακυβέρνησης, όπως εκπορεύεται από τη Ρωσία ή την Κίνα, βρίσκοντας επίδοξους μιμητές στους Ορμπαν και τους Τραμπ του δυτικού ημισφαιρίου.

Οπως οι δημογραφικές ανακατατάξεις, που όχι μόνο μειώνουν το μερίδιο της Ευρώπης στον κόσμο, αλλά φέρνουν στο προσκήνιο γενιές αμνήμονες της ιστορικής εκατόμβης του ολοκληρωτισμού, που νομιμοποιούσε τα φιλελεύθερα κεκτημένα. Οπως η επιθετική ανάδυση του θρησκευτικού σκοταδισμού ως δύναμης οργάνωσης του συλλογικού φαντασιακού, είτε αφορά υπερσυντηρητικούς χριστιανούς είτε φονταμενταλιστές μουσουλμάνους.

Θα πρέπει παράλληλα η ευρωατλαντική αυτή επαναπροσέγγιση να διορθώσει τα μοιραία λάθη και τις αποτυχίες της φιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης: την ηγεμονία ενός επιθετικού ατομικισμού που κατακερματίζει τις προϋποθέσεις κοινωνικής συνοχής. Την υπερδιόγκωση του χρηματιστικού τομέα εις βάρος της πραγματικής (κοινωνικής) οικονομίας της αγοράς. Την αδυναμία τιθάσευσης των κοινωνικών ανισοτήτων, που αφήνοντας πίσω βραδυπορούντα μεσαία και φτωχά στρώματα σπέρνουν τη σοδειά που θα θερίσουν οι λαϊκιστές. Την αποτυχία ενσωμάτωσης του οικολογικού αποτυπώματος στις δομές κινήτρων που κινούν την παγκόσμια οικονομία. Αλλά και τη μιντιακή ανομία, που κατεδαφίζει τη θεμιτή αυθεντία της επιστημονικής αλήθειας, και αναδεικνύει το ψεύδος ως ένα ακόμα «εναλλακτικό αφήγημα», που η ισχύς του μπορεί να σε φτάσει ακόμα και στον Λευκό Οίκο.

Το εγχείρημα της στρατηγικής αυτονομίας της Ε.Ε., που διατύπωσε ο πρόεδρος Μακρόν και υιοθέτησε η Ε.Ε., εξετράφη από τις ίδιες αυτές δυνάμεις παγκόσμιας αταξίας που η τετραετία Τραμπ απελευθέρωσε: τη διεθνή αποχώρηση της Αμερικής, την ετοιμότητα της Κίνας να καλύψει το κενό οξύνοντας τον νέο παγκόσμιο διπολισμό. Μια Μέση Ανατολή και Βόρεια Αφρική που παράγουν πολέμους, καταστροφή και προσφυγικά κύματα απελπισμένων ανθρώπων οι οποίοι αναζητούν καταφύγιο στην Ευρώπη παροξύνοντας τις εσωτερικές της εντάσεις. Ολα αυτά, κι η κληρονομιά τους, τροφοδοτούν ακόμα τη δυναμική της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας, αναβιώνοντας ταυτόχρονα την αναγκαιότητα ευρωατλαντικής ενότητας.

H E.Ε. έχει κάνει πολλά για να εγκαθιδρύσει τις προϋποθέσεις: έναν φιλόδοξο προϋπολογισμό με κοινή έκδοση χρέους, που μεταφέρει πόρους στις ευπαθέστερες οικονομίες, προστατεύει εργαζομένους κι επιχειρήσεις από την κρίση, επενδύει στον ψηφιακό μετασχηματισμό και την πράσινη ανάπτυξη. Μεγαλύτερη διεθνή αυτονομία για το ευρώ. Ενα Ευρωπαϊκό Ταμείο Αμυνας, βήματα προς διαρθρωμένη αμυντική συνεργασία. Πολλά. Οχι όμως αρκετά.

Μπορεί η Ευρώπη να μιλά αξιόπιστα για στρατηγική αυτονομία όταν αδυνατεί να αντιμετωπίσει συρράξεις στην άμεση ευρωπαϊκή γειτονία; Στη Συρία και τη Λιβύη, στο Ναγκόρνο- Καραμπάχ, όπου η Ευρώπη υποκατέστησε την αδυναμία έμπρακτης παρέμβασης με υψιπετή ρητορεία, αφήνοντας Τουρκία και Ρωσία να καλύψουν το κενό; Μια Ευρώπη αδύναμη να επιβάλει εμπάργκο όπλων στην Τουρκία, για όπλα που χρησιμοποιεί για να διεξάγει πολέμους, όχι για να τους αποτρέπει. Αλλά και μια Ευρώπη αιχμάλωτη των εθνικιστικών κυβερνήσεων Ουγγαρίας και Πολωνίας, που χρησιμοποιούν το βέτο για να επικυρώσουν τη φαλκίδευση ελευθεριών και εγγυήσεων του κράτους δικαίου. Πόσο αξιόπιστο επομένως μπορεί να είναι το εγχείρημα της ευρωπαϊκής αυτονομίας; Στον αντίποδα, όμως, πόσο αξιόπιστη είναι η προσδοκία της ευρωατλαντικής ασπίδας με μια μετα-τραμπική Αμερική που απομακρύνεται από τις ευρωπαϊκές της ρίζες και κλείνεται στον εαυτό της;

Η ορμή της αναγκαιότητας θα αναμετρηθεί ξανά με τις δυνάμεις της αδράνειας.
 
* Ο κ. Γιώργος Παγουλάτος είναι καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, γενικός διευθυντής του ΕΛΙΑΜΕΠ.