ΑΠΟΨΕΙΣ

Η απαράμιλλα αισιόδοξη φύση του Ελληνα πολιτικού

Εχω υποσχεθεί στον εαυτό μου, μια μέρα, όταν βγω στη σύνταξη και ωριμάσω (η ανεκπλήρωτη προσδοκία της μητέρας μου εδώ και πολλά χρόνια), τότε που θα έχω άφθονο χρόνο καθώς δεν θα ασχολούμαι πια με το ΚΚΕ και τον Εμφύλιο, να γράψω ένα βιβλίο γεμάτο πικάντικες ιστορίες με τίτλο: «Ελληνες πολιτικοί»! Μην κάνετε πονηρές σκέψεις, δεν θα περιέχει κουτσομπολιά.

Θα αφορά το βασικότερο κοινό γνώρισμα των Ελλήνων πολιτικών: την απαράμιλλη αισιοδοξία. Δεν ξέρω αν το έχετε αντιληφθεί, αλλά η αισιοδοξία τους αποτελεί μοναδικό φαινόμενο, σε τέτοιο βαθμό, που μπορεί να «τρελάνει» έναν συνηθισμένο άνθρωπο, σαν κι εμένα.

Υπόσχομαι, λοιπόν, πως αν γράψω ποτέ ένα τέτοιο βιβλίο, να αποκαλύψω πολλές σπαρταριστές ιστορίες. Για την ώρα, βολευτείτε με το παρακάτω μικρό περιστατικό. Ηταν βράδυ της 4ης Ιουλίου 2015· μία ημέρα πριν από το δημοψήφισμα. Το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας διεξήγε δημοσκοπήσεις. Με πήρε ο, ας τον πούμε, Γιάννης στο τηλέφωνο. Δεν μου είχε ξανατηλεφωνήσει ποτέ· εξάλλου, σχεδόν δεν γνωριζόμασταν: «Τι βρίσκεις;», ρώτησε. «53-47, το Οχι», απάντησα θλιμμένα. «Πάντα τόσο απαισιόδοξος είσαι;», ήταν η αντίδρασή του. Την άλλη μέρα, το «Οχι» κέρδισε 61-39. Η συζήτησή μας πλέον έδειχνε αστεία και εκτός τόπου και χρόνου.

Δεν χρειάζεται όμως καν να επικαλούμαι προσωπικές αναμνήσεις. Ο καθένας θυμάται τι έγινε την τελευταία δεκαετία. Ο Παπανδρέου ήταν αισιόδοξος πως «λεφτά υπήρχαν» και βιαζόταν να γίνει πρωθυπουργός. Ο Σαμαράς ήταν σίγουρος πως θα μπορούσε να εφαρμόσει τα «Ζάππεια» και ανυπομονούσε για εκλογές. Και, στη συνέχεια, ήταν βέβαιος πως δεν θα έχανε από τον Τσίπρα. Ο τελευταίος θα έβαζε τις αγορές να χορέψουν και θα καταργούσε τα μνημόνια. Και αυτός πίστευε ακράδαντα πως θα κέρδιζε και τις εκλογές του 2019 (απίστευτο κι όμως αληθινό!). Τέλος, ο Κυριάκος Μητσοτάκης, γιος του πρωταθλητή της αισιοδοξίας (διαβάστε το βιβλίο του Παπαχελά με τη συνέντευξη Κωνσταντίνου Μητσοτάκη στο κεφάλαιο των Ιουλιανών και θα καταλάβετε τι εννοώ), ήταν σίγουρος πως με τη διακυβέρνησή του οι ξένες επενδύσεις θα κατέκλυζαν τη χώρα, η οποία θα πετούσε με ασφάλεια και σταθερότητα τα επόμενα χρόνια με 4% ετήσια ανάπτυξη.

Στην Ελλάδα έχουμε «το προνόμιο» οι πολιτικοί όχι μόνο να υπόσχονται «παραμύθια», αλλά να τα πιστεύουν κιόλας. Το αστείο είναι πως η αισιοδοξία αυτή διαπερνά τη διαίρεση Δεξιάς – Αριστεράς. Συνήθως, στο εξωτερικό συμβαίνει οι συντηρητικοί πολιτικοί να είναι συγκρατημένα απαισιόδοξοι (εξ ου και συντηρητικοί) και οι αριστεροί περισσότερο αισιόδοξοι. Εδώ, είτε δεξιοί είτε αριστεροί, οι πολιτικοί είναι η προσωποποίηση της αισιοδοξίας. Και όχι μόνο αυτό, αλλά δεν θέλουν καν να ακούν δυσάρεστες ειδήσεις και εκτιμήσεις. Αντιπαθούν τους «γκρινιάρηδες» και όσους τους φέρνουν άσχημα νέα. Κάπως σαν παίκτες του καζίνο, γεμάτοι σιγουριά πως η μπίλια θα «κάτσει».

Και κάποιες φορές «κάθεται». Σκεφθείτε! Ποιος θα μπορούσε να φανταστεί το 1993 πως ο Σαμαράς θα γινόταν μια μέρα αρχηγός της Ν.Δ.; Ποιος θα πίστευε το 2009 πως ο Τσίπρας θα γινόταν πρωθυπουργός; Και ποιος στ’ αλήθεια θα πόνταρε στις αρχές του 2015 πως τον επόμενο χρόνο, κι αφού προηγουμένως είχαν καταρρεύσει γελοιωδώς οι εσωκομματικές εκλογές της Ν.Δ., ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα εκλεγόταν πρόεδρος του κόμματος; Αλλοι θα τα αποκαλούσαν αυτά «ρέντα» και άλλοι «ικανότητα», δεν βγάζεις άκρη.

Για τη χώρα πάντως, η καλλιέργεια αυτής της τζογαδόρικης νοοτροπίας και η έλλειψη προνοητικότητας και ανησυχίας για το μέλλον έχουν συνήθως δυσάρεστες συνέπειες. Παράγονται, πολύ συχνά, δραματικά λανθασμένες εκτιμήσεις που γίνονται αργά αντιληπτές. Η κοινωνία εθίζεται σε αυταπάτες και υπερβολικές προσδοκίες, που όταν δεν ευοδώνονται, γεννιόνται βαθιές απογοητεύσεις.

Διακόσια χρόνια τώρα, η μεγάλη αισιοδοξία γεννά υπερβολική αυτοπεποίθηση, αυταρέσκεια και ναρκισσισμό στο πολιτικό προσωπικό, που όταν στραβώσουν τα πράγματα, γρήγορα εκνευρίζεται και επιρρίπτει τις ευθύνες σε άλλους: στους προηγούμενους, στην κοινωνία, στους νέους, στους ξένους. Τελικά η χώρα δεν σώζεται, αν δεν προστρέξει, συχνά γονατιστή, στην Ευρώπη και στη Δύση.

Είναι γνωστό το απόφθεγμα που αποδίδεται στον Γάλλο συγγραφέα Ρομέν Ρολάν, που έγινε διάσημο χάρη στον Ιταλό κομμουνιστή στοχαστή Αντόνιο Γκράμσι, πως πρέπει να παντρέψουμε την απαισιοδοξία της νόησης με την αισιοδοξία της βούλησης. Ανησυχώ μόνο μήπως, από την πολλή αισιοδοξία, οι Ελληνες πολιτικοί εγκαταλείψουν τη νόηση· γιατί δυστυχώς, σε ό,τι αφορά τη φρόνηση, αυτό έχει συμβεί από καιρό.
 
* Ο κ. Νίκος Μαραντζίδης είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.