ΑΠΟΨΕΙΣ

ΔΝΤ περί υγείας, εν μέσω πανδημίας

Σύμφωνα με την προχθεσινή έκθεση του ΔΝΤ, η ελληνική κυβέρνηση τα πήγε αρκετά καλά στην οικονομική στήριξη των πολιτών που χτυπήθηκαν περισσότερο ή λιγότερο βάναυσα από την πανδημία, αλλά μέτρια έως άσχημα στην ενίσχυση του υγειονομικού τομέα και στην ανίχνευση κρουσμάτων. Τα στοιχεία αναφέρονται σε δαπάνες ως ποσοστό του ΑΕΠ, συγκριτικά με τις άλλες χώρες της Ευρωζώνης ξεχωριστά, μέχρι τα μέσα Σεπτεμβρίου. Μία σχετικά προσεκτική ματιά σε αυτά –υπό την προϋπόθεση ότι είναι ακριβή– οδηγεί σε αλήθειες και συμπεράσματα.

Η συγκεκριμένη έκθεση του ΔΝΤ επισημαίνει ότι η Ελλάδα εισήλθε στην εποχή της COVID-19 με πολύ χαμηλές δαπάνες υγείας, που δεν ανταποκρίνονταν στις ανάγκες του πληθυσμού και κυρίως των φτωχών στρωμάτων, καθώς είχε προηγηθεί και μια δεκαετία λιτότητας λόγω της οικονομικής κρίσης. Λιτότητα που ήταν προϊόν και μέτρων τα οποία είχαν επιβάλει οι δανειστές. Στους οποίους δανειστές περιλαμβάνεται και το ΔΝΤ, με πολύ υψηλότερα επιτόκια μάλιστα από τους Ευρωπαίους, όπως είναι γνωστό. Στη διάρκεια της πανδημίας, οι δαπάνες της ελληνικής πολιτείας σε σχέση με το ΑΕΠ ξεπέρασαν τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, προκειμένου να στηριχθεί οικονομικά η κοινωνία, όπως προκύπτει από επίσημες ελληνικές πηγές και εκτιμήσεις των ειδικών του ΔΝΤ, αλλά δεν έγινε το ίδιο στον τομέα της υγείας.

Πάντα σύμφωνα με την έκθεση του ΔΝΤ, οι επιπλέον δαπάνες του ελληνικού κράτους, προκειμένου να αντιμετωπιστεί ο κορωνοϊός, κινήθηκαν σε πολύ χαμηλά επίπεδα ως ποσοστό του ΑΕΠ. Σε σύγκριση με τις άλλες χώρες της Ευρωζώνης, η Ελλάδα βρίσκεται με το ζόρι στην τρίτη χαμηλότερη θέση, στο ίδιο περίπου επίπεδο με τη Σλοβακία και τη Σλοβενία. Από την άλλη πλευρά, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι στις κρατικές δαπάνες που αναφέρει το ΔΝΤ δεν περιλαμβάνονται οι δαπάνες που έγιναν από τον ιδιωτικό τομέα, ή άλλης προέλευσης, όπως η Βουλή, προκειμένου να ενισχυθεί το Εθνικό Σύστημα Υγείας με κλίνες ΜΕΘ, φάρμακα, στολές προφύλαξης και άλλο υγειονομικό υλικό. Κατά την κυβέρνηση πάντως, οι δαπάνες για την υγεία τριπλασιάστηκαν το 2020 σε σύγκριση με το 2019, λόγω κορωνοϊού.

Το πιο σημαντικό, όμως, είναι ότι μέχρι τις 4 Αυγούστου η Ελλάδα βρισκόταν πολύ χαμηλά σε αριθμό τεστ ανά χίλιους κατοίκους για τη διακρίβωση κρουσμάτων COVID-19, σύμφωνα με σχετικό πίνακα που περιλαμβάνεται στην έκθεση του ΔΝΤ. Είναι πάλι τρίτη από το τέλος, πριν από τη Σλοβακία και την Ουγγαρία, σε μια εποχή που ο ιός αλώνιζε στα νησιά του Αιγαίου και σε άλλες τουριστικές περιοχές. Από αυτές τις περιοχές μεταφερόταν στα μεγάλα αστικά κέντρα της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, και πιθανώς εξηγεί ώς ένα βαθμό την εξέλιξη που ακολούθησε και βιώνει σήμερα η χώρα.

Αυτά τα στοιχεία του ΔΝΤ προσφέρουν τροφή για δημόσιο διάλογο και όχι οι ανυπόστατες φήμες και καταγγελίες, ή οι ύποπτες δοξασίες και τα περιστατικά χωρίς ουσία, που χρησιμοποιεί η αντιπολίτευση.