ΑΠΟΨΕΙΣ

Η ψυχοστασία στην «Ιλιάδα» και η αυθαιρεσία των θεών

Συγκλονιστική η ραψωδία Χ της «Ιλιάδας», που επιγράφεται «Εκτορος αναίρεσις», ο σκοτωμός του Εκτορα. Η συγκλονιστικότερη στιγμή της, και μία από τις σκληρότερα ωραίες όλων των επών, ηρωικών και διδακτικών, είναι η στιγμή της λεγόμενης κηροστασίας: Ο Δίας, πατέρας των θεών και των ανθρώπων, ζυγίζει τις «κήρες», τις μοίρες θανάτου των κορυφαίων αντίπαλων πολεμιστών, του Αχιλλέα και του Εκτορα, για να κριθεί ποιας ζωής το νήμα θα κοπεί απότομα και ποιας θα συνεχίσει να ξετυλίγεται, έστω για λίγο ακόμα, όσο ορίζει το γραμμένο της. 

Η Κηρ ή Κήρα είναι η θεά του αναπόφευκτου θανάτου, και κατ’ επέκταση «κηρ» είναι το πεπρωμένο, η μοίρα, αλλά και η συμφορά, ο θάνατος. «Το κηρ» όμως, ουδέτερο, είναι η καρδιά ή η ψυχή. Γι’ αυτό και την κηροστασία τη συναντάμε και σαν περίπου ταυτόσημη της ψυχοστασίας, παρότι την καθαρή ψυχοστασία, σαν ζύγισμα ψυχών, την εισάγει στη φερώνυμη χαμένη τραγωδία του ο Αισχύλος.

Τρομαγμένοι, λοιπόν, οι Τρώες από την ορμή του Αχιλλέα, που αρματώθηκε με την καινούργια πανοπλία του, έργο του Ηφαίστου, για να εκδικηθεί τον θάνατο του αγαπημένου του Πάτροκλου, οχυρώνονται πίσω από τα τείχη. Και μένει μόνος ακάλυπτος ο Εκτορας, αποφασισμένος να αντισταθεί στον μανιασμένο πολέμιο, παρά τα παρακάλια των γονιών του, του Πρίαμου και της Εκάβης, και νωρίτερα της λατρεμένης του Ανδρομάχης. Τρεις φορές τον καταδιώκει γύρω από τα τείχη ο Αχιλλέας, τρεις φορές γλιτώνει ο Εκτορας (άλλο ένα πειστήριο εδώ πως η συμβολική χρήση τού αριθμού τρία είναι προχριστιανική). Στους στίχους 198-202 ο Ομηρος, όποιος κι αν ήταν, μας δωρίζει μία από τις σαγηνευτικότερες εικόνες του: «Πώς μέσα σ’ όνειρο αυτός που κυνηγά δεν γίνεται / αυτόν που φεύγει να τον πιάσει, ούτε μπορεί να φτάσει / τον κυνηγημένο, αλλά ούτε κι αυτός να του ξεφύγει, / παρόμοια ο ένας δεν κατόρθωνε τον άλλο / να προφτάσει, κι ο άλλος δεν μπορούσε να τον αποφύγει» (η μετάφραση είναι του Δ. Ν. Μαρωνίτη, στην έκδοση της «Αγρας», 2010).

Στο όνειρο, ο χρόνος είναι την ίδια στιγμή ταχύτατος και ακίνητος. Ο κυνηγός, και «ωκύπους» να είναι όπως ο Αχιλλέας, αδυνατεί να προλάβει το ανθρώπινο θήραμά του, όσο αργό. Αλλά και το θήραμα αδυνατεί να ξεφύγει. Και μένουν και οι δύο με την αίσθηση μιας αποτυχημένης αποτυχίας: προς το παρόν δεν νικούν, αλλά δεν χάνουν κιόλας, ενδέχεται δε να νικήσουν. Εξω από το όνειρο, όμως, ισχύουν άλλοι νόμοι. Αναπόδραστοι. Βλέποντας τους δύο ήρωες ισόπαλους, η σύναξη των θεών, μοιρασμένη σε φιλέλληνες (συμβατικά το λέω, αφού το εθνώνυμο «Ελληνες» δεν απαντά στην «Ιλιάδα») και φιλοτρώες, με τον Απόλλωνα επίκουρο του Εκτορα και την Αθηνά σύμμαχο του Αχιλλέα, αποφασίζει –μπορεί και από ανία– να δώσει ένα τέλος. Ο επικός λόγος, στην ίδια μετάφραση:

«Αλλά, όταν πια για τέταρτη φορά έφτασαν στις πηγές, / ο Δίας πατέρας τάνυσε τότε τη χρυσή του ζυγαριά, / μοιράζοντας στους δίσκους της δυο κλήρους ανελέητου / θανάτου, τον ένα για τον Αχιλλέα, τον άλλο για τον Εκτορα, / τον ιπποδαμαστή. Μετά την έπιασε απ’ τη μέση, / κι όπως τη σήκωσε ψηλά, / γέρνει το ριζικό τού Εκτορα, / στα δώματα του Αδη κατεβαίνοντας. Και τότε πια τον εγκατέλειψε / ο Φοίβος, τον άφησε ο Απόλλων μόνον». 

Στην «Ιλιάδα» και στην «Οδύσσεια» το χρυσό «τάλαντον» του Δία, η ζυγαριά του, κρίνει για ζωή και για θάνατο, όχι και τόσο ακριβοδίκαια είν’ η αλήθεια· πάντα μετράει η εύνοια των θεών, ιδίως αν είναι ανθρώπινα δόλιοι ή σπλαχνικοί, όπως είναι στα έπη οι θεοί του Ολύμπου. Νωρίτερα λόγου χάρη στην ιλιαδική ραψωδία (στ. 656), ο Εκτορας ξεγλιστράει από τον θάνατο γιατί έτσι ορίζει το σχέδιο του Δία: Ο θεός, που μετά τον σκοτωμό του γιου του Σαρπηδόνα από τον Πάτροκλο ορέγεται κι άλλον θάνατο, μαζικό, για να χορτάσει εκδίκηση, φυσάει τον φόβο στο στήθος του Εκτορα, κι αυτός, «αναγνωρίζοντας πως έγειρε η θεία ζυγαριά του Δία», τρέπεται σε φυγή, αναβάλλοντας το τέλος του.

Στην «Ιλιάδα» πάντα, εξαιρετικά συμπυκνωμένη σε μόλις τέσσερις μάχιμες ημέρες μέσα στη δεκαετή πολιορκία, συναντάμε την ιερή πλάστιγγα και στη ραψωδία Θ. Από τη φονική συμπλοκή των δύο στρατών πέφτουν σωρός οι νεκροί και το αίμα ποτίζει τη γη. Το μεσημέρι ωστόσο ο Δίας (που σύμφωνα με τα «Κύπρια έπη», άγνωστης πατρότητας, είχε αποφασίσει τον πόλεμο για ν’ αλαφρώσει τη γη από το βάρος του υπερπληθυσμού των θνητών) αποφασίζει να χρησιμοποιήσει τη ζυγαριά του. Βάζει στον έναν δίσκο τον κλήρο θανάτου των Αχαιών, στον άλλο των Τρώων. «Εγειρε τότε με το βάρος της των Αχαιών / η μαύρη μοίρα· κι ενώ ο δικός τους κλήρος, των Αχαιών, χαμήλωσε / και κάθισε στη ζωοδόχο γη, των Τρώων σηκώθηκε / στα ύψη του άπλετου ουρανού». 

Στον αιγυπτιακό πολιτισμό, πολιτισμό του θανάτου όπως έχει χαρακτηριστεί, εξαιτίας και του πάθους του για την ταρίχευση και το μετά τη ζωή ταξίδι, ζυγίζονται μεταθανάτια οι ψυχές, ώστε το βάρος, η αξία τους, να κρίνει το μέγεθος της θεϊκής ανταπόδοσης. Στον αρχαιοελληνικό πολιτισμό, πολιτισμό της ζωής, η ζυγαριά τίθεται σε προθανάτια λειτουργία. Στην Τελική Κρίση του χριστιανισμού, όπως την προφητεύει η «Αποκάλυψη», δεν υπάρχουν ζυγαριές αλλά βιβλία: «Και βιβλία ηνοίχθησαν· και άλλο βιβλίον ηνοίχθη, ο έστι της ζωής· και εκρίθησαν οι νεκροί εκ των γεγραμμένων εν τοις βιβλίοις κατά τα έργα αυτών». Μολαταύτα, σε αγιογραφίες της Δευτέρας Παρουσίας ο αρχάγγελος Μιχαήλ εικονίζεται να κρατάει ζυγαριά, ενώ σε άλλες ο κρινόμενος άνθρωπος βρίσκεται κάτω από μια τεράστια ζυγαριά που κρέμεται από τον ουρανό. Αναπόφευκτος ο συγκρητισμός.

Η ομηρική ψυχοστασία στάθηκε παράδειγμα ή κίνητρο για την ελληνική ποίηση έως και τις μέρες μας, αν θυμηθούμε τη συλλογή «Ψυχοστασία» του Βύρωνα Λεοντάρη (1972), καθοριστική για την εξέλιξη του σπουδαίου έργου του. «Ψυχοστασία», όπως είπαμε, είχε ονομάσει και ο Αισχύλος μια τραγωδία του, για την οποία μας πληροφορεί ο Πλούταρχος στο σύγγραμμα «Πώς δει τον νέον ποιημάτων ακούειν». Ο τραγικός, σαν να εναντιώνεται στη θεϊκή σταθμιστική αυθαιρεσία, εισάγει στο δράμα και την ικεσία, που έχει ανθρώπινα γνωρίσματα, αν και ικετεύουν δύο θεές, δύο μάνες θεές: «Τραγωδίαν ο Αισχύλος όλην τω μύθω περιέθηκεν, επιγράψας Ψυχοστασίαν και παραστήσας ταις πλάστιγξι του Διός ένθεν μεν την Θέτιν ένθεν δε την Ηώ, δεομένας υπέρ των υιέων μαχομένων». Η Θέτις εκλιπαρεί για τον Αχιλλέα, η Ηώς (προσωποποίηση της αυγής) για τον δικό της γιο, τον Μέμνονα, βασιλιά της Αιθιοπίας. Ο Αχιλλέας σκοτώνει τον Μέμνονα και επιβιώνει. Αλλά για πολύ λίγο. Βαριά ανέκαθεν η θεϊκή ακοή στα παρακάλια.  

Αν στους μύθους και στις θρησκείες αποφασίζει η θεϊκή ζυγαριά, ο ταπεινός ανθρώπινος βίος υποχρεώνει αρκετά συχνά γιατρούς αλλά και πολιτικούς να επιχειρούν τη δική τους ψυχοστασία. Το βλέπουμε να συμβαίνει και τώρα, διεθνώς, με την πανδημία. Αλλά γι’ αυτά την επόμενη Κυριακή.