ΑΠΟΨΕΙΣ

Μπουνταλάς! Σαλονικιός για…

Με τα χρόνια έπαψαν να με εκπλήσσουν οι πολιτικοί. Συνήθισα να βλέπω να προσεγγίζουν τα πράγματα με μια εντυπωσιακή αύρα αυτοεπιβεβαίωσης, που συνδυάζεται με το ισχυρότερο ένστικτο επιβίωσης στο ζωικό βασίλειο. Αυτό που δυσκολεύομαι να συνηθίσω είναι τη μετατροπή της δημοκρατίας σε παζάρι, που ο κάθε πολιτικός κρίνεται απλώς από την ικανότητά του να πουλήσει την πραμάτεια του.

Αφορμή για τις παραπάνω σκέψεις έγινε η δημόσια τοποθέτηση υπουργού της κυβέρνησης γύρω από τις αιτίες της έξαρσης της πανδημίας στη Βόρεια Ελλάδα και ιδιαίτερα στη Θεσσαλονίκη: «Είναι και θέμα του χαρακτήρα του κόσμου καμιά φορά», είπε, «όταν πήγα στη ΔΕΘ με τον κ. Μητσοτάκη (…) είδα ξαφνικά σκηνές, ο ένας πάνω στον άλλον, όχι σαν να μην υπάρχει COVID, σαν να μην υπάρχει τίποτα. (…) “Ρε παιδιά, κάνετε ελέγχους στη Θεσσαλονίκη;”» αναρωτήθηκε, καταλήγοντας: «Ηταν ο ένας πάνω στον άλλον, ζούσανε σαν να μην υπάρχει COVID. Δεν πίστευαν ότι υπάρχει ο ιός, φαντάζομαι, το πιο πιθανό».

Οταν αντιλήφθηκε τα αρνητικά σχόλια που προκάλεσε η δήλωσή του, προχώρησε σε νέα τοποθέτηση, με την οποία τόνιζε πως η Θεσσαλονίκη είναι η αγαπημένη του πόλη και «ο χαρακτήρας των κατοίκων της, ζεστός, φιλόξενος, φιλικός και υπέροχος».

Μπουνταλάδες λοιπόν οι Σαλονικείς, κατά τον υπουργό. Γιατί ποια άλλη λέξη να βρω που να συμπυκνώνει το σύνολο των παραπάνω περιγραφών και αξιολογήσεων; Σαν να πρόκειται για αγαθούς ημιάγριους, που αδυνατούν να αντιληφθούν τη σοβαρότητα της κατάστασης και συνεχίζουν να ζουν στον κόσμο τους, «ο ένας πάνω στον άλλον».

Τόσες δεκαετίες Σαλονικιός, ομολογώ την αμαρτία μου: Δεν είχα αντιληφθεί τίποτε για τον χαρακτήρα και τον τρόπο ζωής μας. Νόμιζα πως συναντάς υπέροχους ανθρώπους στη Σαλονίκη, όπως συναντάς στη Λάρισα, στην Αθήνα, στην Πάτρα, παντού. Και το αντίθετο. Αφήστε που δεν είχα προσέξει πως οι Σαλονικείς «ζουν ο ένας πάνω στον άλλον». Πίστευα πως αυτό ήταν μια υπερβολική έκφραση που χρησιμοποιούμε στην ελληνική επαρχία για να περιγράψουμε την πυκνή δόμηση και την έλλειψη πρασίνου, τις συνθήκες ζωής σε μερικές γειτονιές του κέντρου της Αθήνας, αλλά φαίνεται πως είχα κάνει λάθος.

Ας μιλήσουμε σοβαρά. Ο υπουργός δεν έκανε τίποτε άλλο από το να αναπαραγάγει στερεοτυπικά σχήματα, είτε από αδυναμία να σκεφθεί και να εκφραστεί πιο σύνθετα είτε, το πιθανότερο, για να αποφύγει να μιλήσει με ειλικρίνεια για τις όποιες ευθύνες και τις λανθασμένες εκτιμήσεις της κυβέρνησης και της αυτοδιοίκησης γύρω από το πρόβλημα.

Η αλήθεια είναι πως η στερεοτυπική σκέψη είναι συνυφασμένη στην καθημερινότητά μας με τα «small talks» που λένε οι Αγγλοσάξονες, τις ασήμαντες δηλαδή καθημερινές «ψιλοκουβέντες» που κάνουμε οι άνθρωποι. Ολοι χρησιμοποιούμε στερεότυπα και συχνά με αθώο τρόπο και χωρίς πρόθεση, αν και οι λέξεις δεν είναι ποτέ τόσο αθώες όσο νομίζουμε. Οταν ο παππούς μου έλεγε, «ο Πέτρος έχει ένα παιδί και ένα κορίτσι» αναπαρήγε την έμφυλη ανισότητα μέσω μιας «αθώας» φράσης.

Τα στερεότυπα ταξινομούν και ερμηνεύουν τα ερεθίσματα του εξωτερικού κόσμου στα γρήγορα, χωρίς να χρειάζεται να αφιερωθεί πολλή φαιά ουσία στην κατανόηση μιας κατάστασης ή ενός γεγονότος.

Αναμασώντας κληρονομημένα σχήματα που βρίσκονται αποθηκευμένα μέσα μας και προβαίνοντας σε αυθαίρετες γενικεύσεις ασήμαντων προσωπικών εμπειριών ή μεμονωμένων περιστατικών, νομίζουμε πως κατανοούμε τον εξωτερικό κόσμο, αλλά στην ουσία μεροληπτούμε. Ετσι, αξιολογούμε μέσα από μύθους και μεροληπτικά ψεύδη: «Οι Ελληνες είναι τεμπέληδες», «τα κορίτσια δυσκολεύονται στα μαθηματικά», «οι Σαλονικείς ζουν ο ένας πάνω στον άλλον».

Ακριβώς για τους παραπάνω λόγους, η στερεοτυπική σκέψη αναπαράγει προκαταλήψεις, αφελή και ανόητα σχήματα. Εκτός του ότι αδυνατεί να κατανοήσει τα πράγματα, εμποδίζει την πραγματοποίηση πιο σύνθετων συλλογισμών, απαραίτητων όταν ψάχνουμε για λύσεις σε πολύπλοκα ζητήματα.

Εύπεπτα καθώς είναι, στον δημόσιο λόγο τα στερεότυπα λειτουργούν αποπροσανατολιστικά και διχαστικά, διαιωνίζουν εθνοτικές, γεωγραφικές, θρησκευτικές αντιπάθειες και διαιρέσεις, συμβάλλουν στο «κυνήγι μαγισσών» και μπορεί να αποκτήσουν, έστω και ασυνείδητα, ρατσιστικό χαρακτήρα. Οσο πιο «φθηνός» είναι ο δημόσιος λόγος, με τόσο πιο πολλά στερεότυπα είναι φορτωμένος.

Σε τελική ανάλυση, τα στερεότυπα ίσως να προσφέρουν διασκεδαστικά ανέκδοτα, αλλά ένας σοβαρός πολιτικός πρέπει να τα αποφεύγει όπως ο διάβολος το λιβάνι. Θα μου πείτε, μα ο ρηχός και γεμάτος στερεότυπα πολιτικός λόγος κερδίζει ψήφους. Μπορεί! Την εκτίμηση των άλλων, όμως, αμφιβάλλω.
 
* Ο κ. Νίκος Μαραντζίδης είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.