ΑΠΟΨΕΙΣ

Περί υποχρεωτικού εμβολιασμού

Ποικίλλει από χώρα σε χώρα το ποσοστό των πολιτών στον λεγόμενο δυτικό κόσμο το οποίο αντιδρά στον εμβολιασμό έναντι της COVID-19. Είναι όμως αναμφίβολα σημαντικό και οι αντιδράσεις ποικίλλουν. Αλλης μορφής είναι και αλλιώς διατυπώνουν τις αντιδράσεις τους οι ενσυνείδητοι αρνητές όλων γενικά των εμβολίων, οι παντοιοτρόπως «ψεκασμένοι», εκείνοι που εξαρχής αδιαφορούσαν για τον ιό και τη μεταδοτικότητά του, άρα δεν έπαιρναν στοιχειώδεις προφυλάξεις, όπως οι οπαδοί του Τραμπ –ο οποίος έκανε μεγάλη ζημιά με τη στάση του, αισθητή παγκοσμίως– στις ΗΠΑ. Αυτοί ανήκουν στους «σκληρούς» της άρνησης. 

Από την άλλη πλευρά, διαφορετικής υφής είναι οι αντιδράσεις των απανταχού διστακτικών. Εκείνων δηλαδή που προβάλλουν το επιχείρημα ότι το εμβόλιο παράχθηκε ασυνήθιστα γρήγορα, δεν είναι γνωστές οι ενδεχόμενες μεσοπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες παρενέργειές του, ούτε η αποτελεσματικότητά του. Ωστόσο, οι ενδείξεις είναι ότι, διαπιστώνοντας πως οι συνέπειες σε όσους εμβολιάζονται είναι μηδαμινές, η συγκεκριμένη κατηγορία συρρικνώνεται με την πάροδο του χρόνου. Σταδιακά, αρκετοί πείθονται να κάνουν το εμβόλιο είτε γιατί έχουν κουραστεί αφόρητα να ζουν μέσα στον φόβο είτε γιατί διαπιστώνουν ότι είναι μηδαμινό το ποσοστό όσων είχαν άμεσες παρενέργειες εξαιτίας του εμβολιασμού τους. Σε αυτούς προστίθενται και εκείνοι που… είδαν τη νόσο με τα μάτια τους οι ίδιοι ή κάποιος δικός τους.

Η Ελλάδα δεν αποτελεί εξαίρεση, στον ένα ή στον άλλο βαθμό, σε όσα συμβαίνουν ή παρατηρούνται παγκοσμίως. Ευτυχώς μάλιστα που ως μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης προμηθεύεται το εμβόλιο μαζί με τους υπόλοιπους Ευρωπαίους, σε ποσότητα που της αναλογεί πληθυσμιακά, οπότε μπορούν να γίνουν συγκρίσεις. Σ’ εκείνο που πιθανώς διαφέρει, προκαλώντας εύλογα ερωτήματα, είναι το γεγονός ότι μάλλον ιδιαιτέρως υψηλό ποσοστό Ελλήνων υγειονομικών εκφράζουν επιφυλάξεις και δεν θεωρούν αναγκαίο να εμβολιαστούν, όπως φαίνεται από δημοσκοπήσεις και ερωτηματολόγια. Ανάλογο φαινόμενο παρουσιάζεται σε πρώτη φάση στις τάξεις των εκπαιδευτικών, αλλά ενώ οι τελευταίοι αντιδρούν μονίμως σχεδόν αρνητικά σε κάθε απόπειρα βελτιωτικής αλλαγής, είναι ακατανόητη η στάση των υγειονομικών που «επιφυλάσσονται», όταν μάλιστα κινδυνεύουν να νοσήσουν περισσότερο από κάθε άλλη επαγγελματική τάξη.

Η Ελλάδα συμπλέει και με την επικρατούσα άποψη, στις δυτικές χώρες τουλάχιστον, περί εθελοντικού και όχι υποχρεωτικού εμβολιασμού. Ισως αυτό συμβαίνει επειδή είναι ακόμη περιορισμένη η παραγωγή του/των εμβολίων, όμως το θέμα απασχολεί την κυβέρνηση. Λογικό, όταν ο εμβολιασμός είναι υποχρεωτικός, ειδικά στα παιδιά, ως μέτρο θωράκισης απέναντι σε αριθμό νόσων, αλλά και σε μεγαλύτερους που ταξιδεύουν σε «εξωτικούς» τόπους. Γιατί δηλαδή να είναι κάποια εμβόλια υποχρεωτικά και άλλα όχι, όταν απειλείται η δημόσια υγεία, όπως στην περίπτωση του κορωνοϊού; Το θέμα δεν αφορά μόνο τον τομέα της υγείας και τον δημόσιο γενικότερα, αλλά και τον ιδιωτικό, όπου οι αρνητές του εμβολίου «συμβιώνουν» με ανθρώπους που δεν πρόλαβαν ακόμη να θωρακιστούν. Με αυτή την έννοια, ποιες δυνατότητες έχει ένας εργοδότης να εξασφαλίσει την προστασία του προσωπικού του;