ΜΝΗΜΟΝΕΥΟΝΤΑΣ

Ενας συγγραφέας ανάμεσα σε δύο πολιτισμούς

Ενας συγγραφέας ανάμεσα σε δύο πολιτισμούς

Ο συγγραφέας Βασίλης Αλεξάκης πέρασε πια στην αιωνιότητα. Το απόγευμα της περασμένης Δευτέρας, 11 Ιανουαρίου, στις τρεις το μεσημέρι, έφυγε από τη ζωή, ήρεμα, όπως έγραψε στο fb ο μεγάλος του γιος Δημήτρης. Στην τελευταία του κατοικία θα πάρει μαζί του μια πένα, κάμποσο μελάνι και μερικές κόλλες χαρτί.

Αυτά άλλωστε χρειαζόταν μόνο. Γεννημένος ανήμερα τα Χριστούγεννα του δύσκολου χειμώνα του 1943, μεγάλωσε φτωχικά στην Καλλιθέα, όπως ο ίδιος περιέγραψε στη συνέντευξή μας στην κυριακάτικη «Κ» («Πλέω σε ένα πέλαγος από λέξεις», 27.7.2019). 

Ο πατέρας, με καταγωγή από τη Σαντορίνη, είχε μαράζι και έρωτα με το θέατρο. Για να ζήσει τα παιδιά του, δούλευε το πρωί ως ασφαλιστής και το βράδυ χανόταν στα θέατρα. Ηταν απών για τα δύο αγόρια, τον Βασίλη και τον Αρη. Η μητέρα ήταν εκείνη που τα συντρόφευε, αυτή που φρόντισε να αγαπήσουν τις λέξεις. 

Ο Αλεξάκης βρέθηκε πολύ νωρίς, στα 17 του χρόνια, στη γαλλική πόλη Λιλ με υποτροφία για να σπουδάσει δημοσιογραφία. Επέστρεψε στην Ελλάδα, υπηρέτησε, αλλά ξαναγύρισε στο Παρίσι λίγο μετά τον Μάη του ’68 οπότε και χτύπησε την πόρτα της εφημερίδας Le Monde, όπου εργάστηκε ως σκιτσογράφος και κριτικός βιβλίου. «Ηταν εξωφρενικό που με εμπιστεύτηκαν», θα εξομολογηθεί αργότερα. 

Παντρεύτηκε Γαλλίδα εκπαιδευτικό και απέκτησε δύο γιους, τον Δημήτρη που ζει στην Αθήνα και τον Αλέξιο, που ζει στη Γαλλία. Πολύ νωρίς ξεκίνησε η συγγραφική του δραστηριότητα, η οποία τον ακολούθησε μέχρι το τέλος, ενώ ο γάμος του έληξε εκεί γύρω στα 14 χρόνια. Οπως ο ίδιος είχε πει σε προσωπική συζήτηση, «όταν μπήκα στη δεκαετία των σαράντα, έγιναν  ανακατατάξεις στη ζωή μου. Επρεπε να διαλέξω. Αποφάσισα να αφοσιωθώ αποκλειστικά στη γραφή και να απομακρυνθώ από την οικογένεια». 

Τα βιβλία του γραμμένα στα γαλλικά, μεταφρασμένα στα ελληνικά όλα από εκείνον, πλην ενός, έγιναν γρήγορα μεγάλες επιτυχίες. «Η σκιά του Λεωνίδα», «Ελεγχος ταυτότητας», «Παρίσι – Αθήνα», «Τάλγκο», «Πριν», «Η μητρική γλώσσα» (βραβείο Medicis 1995), «μ.Χ.» (βραβείο μυθιστορήματος Γαλλικής Ακαδημίας), «Οι ξένες λέξεις», «Θα σε ξεχνάω κάθε μέρα» κ.ά. 

Πρώτος του εκδότης στην Ελλάδα η Μάγδα Κοτζιά, στον Εξάντα. Σήμερα, τα βιβλία του κυκλοφορούν ξανά από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. Ευτύχησε να δει πολύ σημαντικά βραβεία στη Γαλλία (Αλμπερ Καμύ, Αλεξάντερ Βαϊλάτ, Σαρλ Εσμπραγιά) και τρομερή αναγνώριση, στην Ελλάδα μετά, και αλλού. Ασχολήθηκε με τον κινηματογράφο, το θέατρο, έκανε σεμινάρια δημιουργικής γραφής. Ταξίδεψε μέχρι την Αφρική, έμαθε τη γλώσσα των Σάνγκο για τις ανάγκες του μυθιστορήματός του «Οι ξένες λέξεις». «Θα μπορούσα να είχα παντρευτεί δεκαπέντε φορές στην Αφρική», μου είχε πει σε κατ’ ιδίαν συζήτηση, «αλλά για μένα όλα ήταν η γραφή». 
Του άρεσαν οι τρυφερές γυναίκες. Είχε δύο μεγάλες σχέσεις, με τη γυναίκα του, και με μια Ελληνίδα με την οποία σχετίστηκαν για 15 χρόνια. «Αυτό ήταν το όριό μου. Γυναίκες υπήρξαν πολλές, αλλά δεν ήμουν ιδανικός για σύζυγος ή εραστής. Καλούτσικος ήμουν», σχολίαζε με το σαρδόνιο μειδίαμά του. «Συζητούσαμε στο Φίλιον μια παρέα φίλοι. Τι είναι πιο σημαντικό στη ζωή. Εγώ τους έλεγα, η συγγραφή, ενώ όλοι έλεγαν οι γυναίκες. Με κοιτούσαν έκπληκτοι. Ναι, ρε, απαντούσα, και μάλιστα σε ποσοστό 80%. Καταλαβαίνεις, λοιπόν, χρυσό μου», έλεγε με νόημα.

Το ενδιαφέρον στα βιβλία και στην προσωπικότητα του Αλεξάκη ήταν ότι δεν είχε τίποτα βαρύ ελληνικό. Ηταν ένας άνθρωπος που αγαπούσε τόσο πολύ την τέχνη του που δεν έκανε «καριέρα». Συναναστρεφόταν όσους ήταν στο ίδιο μήκος κύματος, γιατί αλλιώς βαριόταν. Ηταν της παρέας, της ανατροπής και της αλήθειας. Δεν χαριζόταν. Θυμάμαι μια μέρα που του ανέφερα τη λέξη «σινάφι» και γέλασε περιπαικτικά, «α, ναι, το σινάφι, υπάρχει και αυτό στην Ελλάδα», σχολίασε ειρωνικά. 

Οι ιστορίες του εμπνέονταν από τη διπλή ζωή ανάμεσα σε δύο πολιτισμούς, ήταν όμως καθημερινές, ανθρώπινες, ερωτικές, χωρίς το βάρος των συγγραφέων που αναζητούν το μεγάλο ιστορικό τραύμα του Εμφυλίου και χωρίς την ανάγκη να αναζητήσει το «μεγάλο θέμα». Το απτό, το καθημερινό με την παραδοξότητα του παιχνιδιού, του ταξιδιού, της «γέφυρας» που ενώνει και χωρίζει τους ανθρώπους, το τυχαίο, ένα κλείσιμο του ματιού και της τύχης αγκαλιάζουν τα βιβλία και τη ζωή του. 

Δεν ήταν απλοϊκός ούτε πάντα διαθέσιμος. Είχε όμως βλέμμα να βλέπει τον εαυτό του και τους άλλους. Και σίγουρα παρέμενε παντοτινός εραστής του ωραίου. Ο ίδιος πάλευε να κρατήσει το κέφι του, παρά τη χρόνια αναπνευστική ανεπάρκεια που τον ταλαιπωρούσε τα τελευταία χρόνια. Το 2015 πέρασε δύο σοβαρούς καρκίνους και τους ξεπέρασε, δύο χρόνια μετά μια σοβαρή πνευμονία τού προκάλεσε σοβαρά αναπνευστικά προβλήματα. Και ενώ φοβόταν τον θάνατο, δεν άκουγε τις συμβουλές των γιατρών.
Μεγάλες απώλειες στη ζωή του υπήρξαν· ο πρώτος του Γάλλος εκδότης, Jean-Marc Roberts, ο οποίος χάθηκε πρόωρα από καρκίνο. Τον εμπιστευόταν και του έδινε ελευθερίες, σχέση που δεν είχε την τύχη να επαναλάβει με τον επόμενο εκδότη στη Γαλλία. Αλλη απώλεια ο αδελφός του, Αρης. Οπως έλεγε, «είχα πάντα στο πίσω μέρος του μυαλού μου ότι θα γεράσουμε μαζί».

Ο Βασίλης Αλεξάκης είχε κλείσει τους λογαριασμούς με το παρελθόν του. Στο υπόγειο σπίτι της Αναγνωστοπούλου, τα λίγα πράγματα που διέθετε ήταν τα αναγκαία. Εγραφε χειρόγραφα και πάσχιζε να ολοκληρώσει το τελευταίο του μυθιστόρημα. Περίμενε από καλές φίλες –πάντα είχε φίλες που τον φρόντιζαν– να περάσουν τα χειρόγραφα στη γραφομηχανή. Διάβαζε νέους συγγραφείς και ήταν ανοιχτό το βλέμμα του να ξεχωρίσει και τα συγγραφικά ταλέντα και τους ανθρώπους που του ταίριαζαν. Ακόμη και τις πιο δύσκολες στιγμές της υγείας του, δεν παραπονιόταν. 

Δεν ωραιοποιούσε τον εαυτό του χωρίς την ίδια στιγμή να αυτομαστιγώνεται. Είχε τέσσερα εγγόνια. Ηταν ερωτευμένος με τη μικρή του εγγονή, την Ελενίτσα, την οποία δεν παρέλειπε να αναφέρει σε όλες τις συζητήσεις. Παραδεχόταν ότι τα παιδιά του, κυρίως ο μεγάλος, είχαν παράπονα και ότι είχαν δίκιο, γιατί δεν ήταν κοντά τους όσο έπρεπε. Τους έμαθε ελληνικά διαβάζοντας «Τα ρέστα» του Ταχτσή και τους ζητούσε να μην τον ενοχλούν. «Δεν ήταν εύκολο αυτό που ζητούσα από τα παιδιά μου», εξομολογήθηκε αργότερα.  

Αναζητούσε την ελευθερία, από την αρχή ώς το τέλος. Να γράφει. Και τα κατάφερε. Ολα τα άλλα ανήκουν στις μνήμες των ανθρώπων που τον αγάπησαν και, κυρίως, στις δεκάδες ιστορίες που μας χάρισε.