ΑΠΟΨΕΙΣ

Ας σκεφτούμε την πόλη αλλιώς

Η σχέση της Φραν Λίμποβιτς με τη Νέα Υόρκη είναι καθαρτική. Δεν είναι ακριβώς ένα «love letter» στην πόλη της, αλλά ο τρόπος που κινηματογραφεί και τις δύο (τη γυναίκα και τη Ν. Υόρκη, για την ακρίβεια τη δεύτερη μέσα από την πρώτη) ο Μάρτιν Σκορσέζε, σε μια νέα σειρά επτά επεισοδίων στο Netflix, είναι εθιστικός. Το «Pretend it’s a City» παρακολουθεί την 70χρονη σήμερα Φραν Λίμποβιτς, μια αντισυμβατική γυναίκα, Εβραία, γκέι, που έζησε όλες τις μεταμορφωτικές για την πόλη δεκαετίες, από τη συνεργασία της με το Interview και τον Αντι Γουόρχολ, τα δύο βιβλία που εξέδωσε, το ’78 και το ’81, έως την αρθρογραφία της και τις δημόσιες ομιλίες της («public speaking»), αυτές που τη χαρακτήρισαν ως «σύγχρονη Ντόροθι Πάρκερ». Την καλούν να μιλάει, να δίνει συνεντεύξεις, σε αίθουσες και πανεπιστήμια, για να απολαύσουν την αμεσότητα και τον σαρκασμό, το «περιπατητικό» πνεύμα της, έναν συνδυασμό νωχέλειας και εγρήγορσης, στη νεοϋορκέζικη ζωή. Ο Σκορσέζε, στενός φίλος της, την παρακολουθεί και την κινηματογραφεί «παραδομένος» στη γοητευτική περσόνα της. Γελάει με την καρδιά του ενώ τις κάνει, δημόσια, συνεντεύξεις ή πίνουν το κρασί τους σε ένα εστιατόριο. 

Καταγράφουμε από το πρώτο επεισόδιο μια σκηνή. Τη Λίμποβιτς να περιγράφει πώς για οποιονδήποτε άνθρωπο το να πάει τα ρούχα στο καθαριστήριο είναι μια μικροδουλειά, ενώ για τον Νεοϋορκέζο «απίστευτο πρόβλημα»: «Ολα στη Ν. Υόρκη είναι σαν το “Δαχτυλίδι των Νιμπελούνγκεν”, όλα είναι οπερατικά… Καταλαβαίνεις πόσο δύσκολο είναι να ζεις στη Νέα Υόρκη διότι όταν ρωτάνε “γιατί ζεις εδώ;”, δεν έχεις απάντηση. Το μόνο που έχεις είναι περιφρόνηση για όσους δεν έχουν τα κότσια να το κάνουν». 

Σε άλλη σκηνή «επιτίθεται», με τρόπο που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση, στις γλάστρες, στα φυτά, στις καρέκλες, στα μπιχλιμπίδια, που την περιβάλλουν στις διαδρομές της με τα πόδια στην πόλη: «Μοιάζει με το διαμέρισμα της γιαγιάς μου… Περιμένεις να δεις φωτογραφίες με εγγόνια, πιατάκια με καραμέλες!..», λέει, και ο Σκορσέζε ξεκαρδίζεται, μαζί με το κοινό. Την αφήνει να μονολογεί στην κάμερα αποτυπώνοντας τις εκφράσεις και αντιδράσεις της, την αποθεώνει ως κοινωνικό παρατηρητή και σχολιαστή, φορέα μιας άλλης ατμόσφαιρας, ζυμωμένης στην κουλτούρα των 70s, εμποτισμένης με μια διάθεση σαρωτική. Η Λίμποβιτς αποδομεί οτιδήποτε «δεδομένο» ως ρουτίνα ζωής, αλλά αυτοσαρκάζεται κιόλας καθώς αντιλαμβάνεται ότι ανήκει οριστικά σε άλλη εποχή.

Το συναίσθημα που αναδύεται από το «Pretend it’s a City» είναι απελευθερωτικό. Αποδεικνύει ότι μπορείς να μιλάς για την πόλη που αγαπάς με πάθος, χωρίς δοξαστικούς και υμνολογίες. Να αναδεικνύεις τις αλλαγές με χιούμορ, χωρίς τη νοσταλγική δυσθυμία αποσυρμένου (και κυρίως αδικαίωτου) «συνταξιούχου». Ζουν και στην Αθήνα παρόμοιοι άνθρωποι, «συγγενείς» της Λίμποβιτς, που θα μπορούσαν να μας πάρουν από το χέρι σε μια μη αναμενόμενη διαδρομή. Ελληνες σκηνοθέτες, όπως ο Νίκος Παναγιωτόπουλος, κυρίως, ο Κωνσταντίνος Γιάνναρης ή οι νεότεροι Αργύρης Παπαδημητρόπουλος, Ζαχαρίας Μαυροειδής, «είδαν» την πόλη ο καθένας με τον τρόπο του, μας «σύστησαν» μια Αθήνα άδεια τον Δεκαπενταύγουστο ή γεμάτη οπωροφόρα και ασυνήθιστους διαβάτες, λουσμένη στο φως ή σκληρή, λυγμική, παρηκμασμένη. 

Ο ξεχωριστός και αγαπημένος συνάδελφος και συνοδοιπόρος στο γραφείο και σε αυτήν τη σελίδα(!) Νίκος Βατόπουλος αφήνει το δικό του ισχυρό αποτύπωμα στην ιστορία της Αθήνας και στην εικόνα της, γράφοντας σαν να φωτογραφίζει με μεγεθυντικό φακό και φωτογραφίζοντας σαν να γράφει με αγωνία και διεισδυτικότητα. Ξέρει την Αθήνα όσο λίγοι. Και, πάνω απ’ όλα, εξακολουθεί να τη μαθαίνει και να την αποκαλύπτει. Παρακολουθούσα το «Pretend it’s a City» και σκεφτόμουν παράλληλα τη δική μας πόλη.

Εχει τους καταγραφείς της, τους ιστορικούς της, τους σκηνοθέτες της, τους «δεσμευμένους» περιηγητές της, τους νοσταλγούς της, τους σύγχρονους,  παθιασμένους υποστηρικτές ή αρνητές της. Λείπει όμως ο σκηνοθέτης που θα ανακαλύψει μια περσόνα (ενδεχομένως και πάνω από μία) μέσα από την οποία θα τεκμηριώσει το παρόν της πόλης, αφηγούμενος ιστορίες από το παρελθόν της. Που θα μιλήσει για την «ψυχή» της, επινοώντας ένα νέο πεπρωμένο· όχι άγνωστο ή εξαρχής. Κάθε άλλο. Περισσότερο, ίσως, προσωπικό και ανεξακρίβωτο. Οπως του καθενός μας.