ΑΠΟΨΕΙΣ

Οι τρεις κουλτούρες και η ανέφικτη Κεντροαριστερά

Οι τρεις κουλτούρες και η ανέφικτη Κεντροαριστερά

Καθώς οι παλιές μεγάλες ιδεολογίες έχουν μάλλον ξοφλήσει, τα σημερινά κόμματα κερδίζουν ψήφους απευθυνόμενα σε ακροατήρια με σχετικά διαμορφωμένες κοσμοαντιλήψεις. Ως «κοσμοαντίληψη» νοούμε το σύνολο της γενικής κουλτούρας, νοοτροπιών και ιδιαίτερων αξιών που κάθε άνθρωπος χρησιμοποιεί, με διαφορετικό όμως τρόπο, για να αντιληφθεί τον κόσμο, να αντιμετωπίσει τη ζωή και, φυσικά, να αποφασίσει κάθε φορά το κόμμα που θεωρεί καλύτερο για να κυβερνά τη χώρα. Αν, λοιπόν, διακρίνουμε τις βασικές κουλτούρες που έχουν διαμορφωθεί στην ελληνική κοινωνία κατά τις τελευταίες δεκαετίες, θα μπορέσουμε να κατανοήσουμε καλύτερα πώς τα κόμματα κερδίζουν τις εκλογές και πώς τις χάνουν. Επιπλέον, θα έχουμε μια ερμηνεία για τη σημερινή ισχύ της κυβερνώσας Κεντροδεξιάς με αντίστροφη όψη την αδυναμία της Κεντροαριστεράς να συγκροτηθεί σε ισχυρό κομματικό φορέα.

Στη μεταπολιτευτική Ελλάδα, διαμορφώθηκαν τρεις διακριτές κουλτούρες. Η πρώτη χαρακτηρίζει ένα σημαντικό τμήμα της Αριστεράς που λειτουργεί με τρόπο αντιδραστικό και αντισυστημικό. Σημαδεμένη από την ήττα του Εμφυλίου, αυτή η κουλτούρα διακρίνεται από την έμφαση που δίνει στην αφηρημένη θεωρία αντί της βιωμένης εμπειρίας, στο ιδανικό αντί του εφικτού, στην ουτοπία αντί του ρεαλισμού. Τάσσεται εναντίον του καπιταλισμού, του φιλελευθερισμού (που συνήθως συγχέει με τον νεοφιλελευθερισμό), της Δύσης γενικά, της Αμερικής («φονιάδες των λαών») και της Ευρωπαϊκής Ενωσης ειδικότερα, της έννομης τάξης, των «μπάτσων», της αξιολόγησης, της αξιοκρατίας. Στον πυρήνα της, πρόκειται για μια βαθιά αντιδημοκρατική κουλτούρα που συχνά οδηγεί σε αντικοινοβουλευτική δράση (βλ. «Ρουβίκωνας»), πεζοδρομιακή βία (βλ. Μαρφίν) και στον εναγκαλισμό με την τρομοκρατία (βλ. «17 Νοέμβρη»). Είναι ριζικά αντίθετη σε κάθε μεταρρύθμιση που επιβάλλουν η τεχνολογική εξέλιξη («τεχνοφασισμός»), οι συνεχώς μεταβαλλόμενες ανάγκες της ζωής, ο αδυσώπητος ανταγωνισμός σε όλα τα επίπεδα: ατομικό, εθνικό και διεθνές.

Η δεύτερη κουλτούρα καλλιεργείται και επιβιώνει ανάμεσα στους οπαδούς μιας κοινωνικά διάχυτης αντίληψης που είναι εθνικιστική και θρησκευόμενη. Την έχουμε δει να εκδηλώνεται μαζικά στα συλλαλητήρια και στη συλλογή υπογραφών (μαζεύτηκαν περίπου τρία εκατομμύρια) που οργάνωσε η Εκκλησία υπέρ της αναγραφής του θρησκεύματος στις αστυνομικές ταυτότητες, όπως επίσης την είδαμε στις μεγάλες συγκεντρώσεις που έγιναν σε όλη τη χώρα για τη μη αποδοχή του όρου «Μακεδονία» στη νέα ονομασία της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας. Τα βασικά χαρακτηριστικά που προσδιορίζουν τις εκδηλώσεις αυτής της κουλτούρας είναι σχεδόν ταυτόσημα με τα χαρακτηριστικά της αριστερής αντιδραστικής κουλτούρας. Οπως εκείνη, έτσι και τούτη είναι προσκολλημένη σε προνεωτερικές, αντιδυτικές και, εντέλει, αντιδημοκρατικές αντιλήψεις. Διακρίνεται από έκδηλη καχυποψία προς τον ανταγωνισμό των αγορών, τις φιλελεύθερες αξίες, τις τεχνολογικές εξελίξεις και, γενικότερα, αυτό που καταλαβαίνουμε ως πρόοδο.

Η τρίτη κουλτούρα βρίσκεται ανάμεσα στις δύο προηγούμενες, αλλά έχει έντονες διαφορές από αυτές. Οι δικοί της οπαδοί διακρίνονται από σχετική πολιτική μετριοπάθεια και, κυρίως, από την προσήλωσή τους στην ιδέα ότι η Ελλάδα ανήκει στη Δύση. Στην πλειονότητά τους, πιστεύουν στο κράτος δικαίου, στη χρησιμότητα της ελεύθερης οικονομίας όπου το κράτος μπορεί να αναλαμβάνει διορθωτικό ρόλο, στην αξία της τεχνολογικής εξέλιξης. Επιθυμούν να ζουν στο πλαίσιο μιας συντεταγμένης πολιτείας που αποτολμά μεταρρυθμίσεις στην παιδεία, στην υγεία και στη διοίκηση βασισμένες στην αξιοκρατία και στην αποτελεσματικότητα. Τάσσονται εναντίον της βίας, σέβονται τους νόμους, κατανοούν την αναγκαιότητα της φορολόγησης, εμβολιάζονται, δεν πιστεύουν σε θεωρίες συνωμοσίας ούτε παραμυθιάζονται με ουτοπίες, αγωνιούν συνεχώς, αλλά και προετοιμάζονται με σχέδιο για το μέλλον που, όσο κι αν μοιάζει αβέβαιο, μπορεί πάντα να γίνει καλύτερο.

Συνήθως, οι κυβερνήσεις στην Ελλάδα σχηματίζονται από κόμματα που εκπροσωπούν κυρίως την τρίτη από τις παραπάνω κουλτούρες. Δηλαδή, για να κερδίσει τις εκλογές, ένα κόμμα χρειάζεται να εξασφαλίσει την πλειοψηφία των ψηφοφόρων που ανήκουν στην κεντρώα μετριοπαθή κουλτούρα. Μόνο που αυτό δεν είναι αρκετό. Κάθε κόμμα εξουσίας χρειάζεται ακόμη να έχει και την υποστήριξη οπαδών μιας τουλάχιστον από τις άλλες δύο κουλτούρες: το κόμμα της Κεντροδεξιάς απευθυνόμενο στο ακροατήριο προς τα δεξιά του και το κόμμα της Κεντροαριστεράς μιλώντας στο ακροατήριο που βρίσκεται στα αριστερά του.

Σήμερα, το κόμμα που βρίσκεται σε πιο βολική στρατηγική θέση είναι το κυβερνητικό. Η νίκη του στις τελευταίες εκλογές οφείλεται στο γεγονός ότι κατόρθωσε να διεμβολίσει τον χώρο του Κέντρου, προσελκύοντας μέχρι και κεντροαριστερούς ψηφοφόρους. Εκτοτε διατηρεί μεγάλο δημοσκοπικό προβάδισμα, επειδή διαθέτει δύο πλεονεκτήματα. Πρώτον, ως τυπικό πολυσυλλεκτικό κόμμα, και καθώς δεν απειλείται σε μόνιμη βάση από ισχυρά θρησκευτικά, εθνικιστικά ή ακροδεξιά κόμματα, έχει τη δυνατότητα να ενσωματώνει τους οπαδούς της θρησκευόμενης και εθνικιστικής κουλτούρας με σχετική ευκολία. Και, δεύτερον, η κυβερνώσα Κεντροδεξιά έχει τη δυνατότητα να προσελκύει ακόμη και μετριοπαθείς αριστερούς ψηφοφόρους που, όπως εκείνη, επιθυμούν μεταρρυθμίσεις ενώ επίσης αντιτίθενται στην αντιδραστική αριστερή κουλτούρα.

Τα πράγματα είναι διαφορετικά για όποιο κόμμα επιδιώκει να εκπροσωπήσει την Κεντροαριστερά με αξιώσεις εξουσίας. Αυτό θα βρίσκεται σε μειονεκτική θέση για τους εξής λόγους: Πρώτα πρώτα, ένα τέτοιο κόμμα θα πρέπει να πάρει σαφείς αποστάσεις από την κουλτούρα της αντισυστημικής Αριστεράς, πράγμα δύσκολο τόσο εξαιτίας παλαιότερων ιδεολογικών συγγενειών όσο επειδή προσδοκά (πενιχρά πάντως) εκλογικά οφέλη. Ο δεύτερος λόγος της μειονεξίας έγκειται στην εγγενή δυσκολία της Κεντροαριστεράς να συνομιλεί με τους οπαδούς της θρησκευόμενης και εθνικιστικής κουλτούρας. Οπως απέναντι στην αντιδραστική Αριστερά, έτσι όμως και απέναντι στον κόσμο της Εκκλησίας και των πατριωτικών συλλαλητηρίων, η Κεντροαριστερά οφείλει να πάρει σαφή θέση αντί να τον χαϊδεύει προσπαθώντας να ψαρέψει λιγοστές ψήφους σε –έτσι κι αλλιώς– θολά νερά. Η τελευταία και ακόμη μεγαλύτερη δυσκολία είναι ότι ένα γνήσιο κόμμα της Κεντροαριστεράς θα πρέπει να απευθυνθεί στους οπαδούς της μετριοπαθούς κουλτούρας με τρόπο που θα είναι σημαντικά πιο πειστικός από εκείνον του κυβερνώντος κεντροδεξιού κόμματος. Αυτό απαιτεί κατ’ ελάχιστον μια σύγχρονη μεταρρυθμιστική ατζέντα, φρέσκες κομματικές ηγεσίες και νέες ιδέες προσαρμοσμένες στις συνθήκες της εποχής. Μέχρι τότε, η Κεντροαριστερά θα παραμένει ανέφικτη.
 
* Ο κ. Τάκης Σ. Παππάς είναι πολιτικός επιστήμονας στο Πανεπιστήμιο του Ελσίνκι και συγγραφέας. Διατηρεί το ιστολόγιο www.pappaspopulism.com.