ΑΠΟΨΕΙΣ

Η «Κανελόριζα» και η Αρχή της Εμπιστοσύνης

Η «Κανελόριζα» και η Αρχή της Εμπιστοσύνης

Οι ανθρώπινες κοινωνίες έμαθαν να πορεύονται βασιζόμενες στην άγραφη Αρχή της Εμπιστοσύνης, που κατά κάποιον τρόπο αποτελεί πρακτική μετάφραση της επιταγής «ο συ μισείς, ετέρω μη ποιήσεις»: Οφείλω να σε εμπιστεύομαι, επειδή οφείλεις να με εμπιστεύεται. Μπαίνω στο λεωφορείο επειδή εμπιστεύομαι τον οδηγό, που δεν θα οδηγήσει μεθυσμένος, γιατί δεν θα ’θελε να βρεθεί σε ανάλογη θέση ο ίδιος. Στέλνω τα παιδιά μου στο σχολείο, το φροντιστήριο, τον αθλητικό σύλλογο, επειδή εμπιστεύομαι δασκάλους, φροντιστές, προπονητές, όπως ακριβώς θα με εμπιστεύονταν κι αυτοί, στέλνοντάς μου τα παιδιά τους.

Αυτήν την αρχή περιφρονούν και καταλύουν πρώτη απ’ όλες οι ποικίλοι «πατέρες» που παρενοχλούν σεξουαλικά αγοράκια και κοριτσόπουλα (προπονητές, δάσκαλοι, ιερείς, γιατροί…) ή ενήλικες και ενίοτε ενήλικους (το αφεντικό ή ο προϊστάμενος). Επεται η κατάλυση των νόμων, που υπάρχουν ακριβώς επειδή οι άγραφες αρχές δεν αρκούν και δεν επιβάλλουν επιτίμια και ποινές. Αλλά και επειδή είναι πολύ συχνές οι ήττες του πολιτισμού, ο οποίος, σαν συνώνυμο της τιθάσευσης των ενστίκτων, θέτει όρια στη βιολογία.

Οι προπονητές και οι αθλητικοί παράγοντες (και νοσογόνοι παράγοντες αν αποκληθούν, δεν θα ’ναι άδικο για αρκετούς), αυτοί οι αγαθοί πατεράδες, που καταγγέλλονται τώρα ως βιαστές από αθλήτριές τους, καταχράστηκαν την Αρχή της Εμπιστοσύνης και αδιαφόρησαν για τους νόμους, βέβαιοι ότι θα τους προστατέψει η πατροπαράδοτη ομερτά. Οι γυναίκες που τολμούν και μιλούν επώνυμα ξέρουν ότι κινδυνεύουν να γίνουν θύματα και δεύτερη φορά, του κακοήθους κουτσομπολιού τώρα, της στρεψοδικίας, της εθιμικής κοινωνικής οφθαλμολαγνίας και των λοιπών στηριγμάτων της Αρσενικής Παράδοσης, που προϋποθέτει τη γυναίκα ως θήραμα και κτήμα.

Ακόμα και τον έρωτα δεν θα διστάσουν να χρησιμοποιήσουν σαν άλλοθι οι καταγγελλόμενοι. Το πράττει ήδη ο προπονητής ιστιοπλοΐας που κατηγορείται ότι βίασε ενδεκάχρονη αθλήτριά του. «Οχι», λέει, «ήταν πάνω-κάτω δεκατριών, κι εγώ την αγαπούσα, θα την παντρευόμουν». Τόσο βαθύς ο έρωτάς του που δεν θυμάται καν την ηλικία του. Αν δεν ήταν «καλός χριστιανός» ο καταγγελλόμενος (και τι άλλο μπορεί να είναι στην Ελλάδα της κυρίαρχης Ορθοδοξίας, μήπως θα ’βρισκε δουλειά σε σωματείο αν ήταν μουσουλμάνος;), θα μπορούσε να καλέσει σαν μάρτυρα το φάντασμα του Μωάμεθ, ο οποίος παντρεύτηκε την Αϊσά στα εφτά της.

Δεν είναι απίθανο ωστόσο να επικαλεστεί, σαν «καλός Ελληνας», την παράδοση, έτσι όπως τη συγκροτούν τραγούδια, παραμύθια, αφηγήσεις, σπαράγματα ιστορίας. Ας αφήσουμε κατά μέρος τα διαβόητα «παιδικά» της ελληνικής αρχαιότητας, για να μην μπλέξουμε στην παλιά διένεξη, ήταν ή δεν ήταν σαρκική αυτή η περιπαθής αγάπη για τα παιδιά, ιδίως τα αγόρια. Κι ας μείνουμε στη νεοελληνική παράδοση, που διέσωσε αρκετά στοιχεία «παγανισμού» μέσα στο καθεστώς της χριστιανοκρατίας, ευτυχώς για την ίδια, ευτυχώς και για τον χριστιανισμό, που για να γίνει ελκυστικότερος ενσωμάτωσε γιορτές των «εθνικών» – αλλά και μέλη γκρεμισμένων αρχαίων ναών στις εκκλησίες του.

Με τον φόβο ότι ενδέχεται να δώσω τροφή στους λίγο-πολύ «γνωστούς ποινικολόγους» που ίσως αναλάβουν την υπεράσπιση του προπονητή, ας θυμίσω εδώ την πανωραία «Κανελόριζα». Το μικρασιάτικο τραγούδι που αγαπήθηκε πανελλαδικά, δεκαετίες πριν, χάρη στη φωνή της Δόμνας Σαμίου, και έκτοτε το έχουν πει, όμορφα, πολλές κομπανίες νέων μουσικών. Οι στίχοι: 

«Kάτω στο γιαλό, κάτω στο περιγιάλι, / κόρην αγαπώ, ξανθή και μαυρομάτα. / Δώδεκα χρονώ κι ο ήλιος δεν την είδε, / μόνο η μάνα της. / Μόνο η μάνα της Κανέλα τη φωνάζει, / Κανελόριζα και άνθη της κανέλας, / φούντα της μηλιάς, τα μήλα φορτωμένη. / Τ’ άκουσα κι εγώ, πάω να κόψω μήλα. / Μήλα δεν ήβρα και τον καημόν μου πήρα, / πέφτω σ’ αρρωστιά, σε κίντυνο μεγάλο. / Φέρτε το γιατρό, τον πόνο μου να γιάνει».

Δεν είναι το μοναδικό τραγούδι με δωδεκάχρονη ηρωίδα. Στην παραλογή «Του νεκρού αδερφού», την κόρη με τους εννιά αδερφούς η μάνα της «την είχε δώδεκα χρονώ κι ο ήλιος δεν την είδε», ώσπου αποφάσισε να την παντρέψει στη Βαβυλώνα. «Δώδεκα χρονώ κοράσι, χήρα πάει στη μάνα της, / τα στεφάνια στην ποδιά της κι έκλαιγε τον άντρα της» λέει άλλο τραγούδι. Και δωδεκάχρονη είναι η κοπελιά που εμφανίζεται αποφασισμένη να χρησιμοποιήσει την ελιά της για να τυραννήσει τους πολιορκητές:

«Aπό ξένον τόπο κι απ’ αλαργινό / ήρθε ένα κορίτσι δώδεκα χρονώ. / Εχει μαύρα μάτια και σγουρά μαλλιά / και στο μάγουλό του έχει μιαν ελιά»…

Γενικά, στα δημοτικά η ηλικία του έρωτα και του γάμου είναι πολύ πιο χαμηλή απ’ ό,τι ορίζουν σοφά τα σημερινά ήθη, τουλάχιστον τα χριστιανικά, και οι νόμοι στους οποίους μεταφράζονται. Δεν πρέπει όμως να παραβλέπουμε ότι στην ανώνυμη ποίηση οι αριθμοί σπάνια κυριολεκτούν. Συνήθως λειτουργούν συμβολικά ή μαγικά. Το δώδεκα, πάντως, το συναντάμε και επί χαρισματικών αρρένων: Δωδεκαετής ο Ιησούς δίδαξε τους δασκάλους στον ναό. Στα δώδεκά του ο Δανιήλ «τους λέοντας πρόβατα εποίησε», ο Σολομών έκανε την περίφημη δίκη του, ο δε Μεγαλέξανδρος «καθώπλιζεν εαυτόν και συνώρμα τοις στρατεύμασι». Γράφει σχετικά ο Αλέξης Πολίτης στο βιβλίο

«Αποτυπώματα του χρόνου – Ιστορικά δοκίμια για μια μη θεωρητική θεωρία» (Πόλις, 2006): «Και το “δώδεκα χρονώ κορίτσι” είναι, βέβαια, συμβατικός προσδιορισμός, κι ας στηρίζεται σε κάποια φυσιολογική πραγματικότητα, καθώς και σε ανάλογη νομική κωδικοποίηση. Το “γύρω στα δώδεκα, δεκατρία” σταθεροποιείται από τον μαγικό αριθμό δώδεκα, κι αποκτά έτσι νομική και κοινωνική υπόσταση: τα δεδομένα της εμπειρίας δεν εκφράζονται άμεσα, περνούν μέσα από το φίλτρο των συμβόλων».

Η «πραγματικότητα» εντός της οποίας ζούσε ο λαϊκός ποιητής, επί Τουρκοκρατίας, όχι απλώς ανεχόταν τον γάμο σε μικρή ηλικία, αγοριών και κοριτσιών, αλλά έσπευδε σε αυτόν από βαριά ανάγκη ή μέγα φόβο. Επειδή οι παντρεμένοι εξαιρούνταν από τα παιδομαζώματα, πολλοί γονείς, λέει ο Απόστολος Βακαλόπουλος στο βιβλίο «Ιστορία του νέου ελληνισμού – Τουρκοκρατία 1453-1669» (εκδ. Αντ. Σταμούλη, 2000), αρραβώνιαζαν ή και πάντρευαν τους γιους τους στα 10 ή και τα 8 τους χρόνια. Οσο για τα κορίτσια, ένα ανεπιθύμητο βάρος (εξού και τα ονόματα Στάθω, Σταμάτω ή και Διώχνω, για να ξορκιστούν οι απανωτές γέννες θηλυκών), οι γονείς αγωνιούσαν να τα παντρέψουν γρήγορα, έστω με γέρο, αλλά πλούσιο. Εξού και το σκωπτικό ηπειρώτικο: 

«Πράμα πού ειδα το Σαββάτο / που δεν επαντέχαινά το. / Επαντρέψαν ένα γέρο, / εκατό χρονών, τον ξέρω / και του δώσαν γυναικούλα / δώδεκα χρονών τσουπρούλα. / Εσκυψε να τη φιλήσει / κι όλο σάλια τη γιομίζει. / “Φεύγα, γέρο, από κοντά μου, / σ’ αναγούλιασ’ η καρδιά μου, / μούντζες να ’χουν τα φιλιά σου / και τα ζαρομούτσουνά σου”».

Κάτι τελευταίο: Στην «Κανελόριζα» ο θηρευτής-τρυγητής αποτυγχάνει. Γυρεύει να κόψει μήλα, αρχαιόθεν γαμήλιο σύμβολο, μα δεν βρίσκει. Το τραγούδι δεν τον δικαιώνει. Και πέφτει σε μιαν «αρρωστιά» που ίσως τον φρονιμέψει.