ΑΠΟΨΕΙΣ

«Καλή ανοσία», μια νέα, αναγκαία ευχή

kali-anosia-mia-nea-anagkaia-eychi

Την ευχή «καλή ανοσία» δεν έχει τύχει ακόμα να την ακούσω με τα ίδια μου τ’ αυτιά. Με πληροφόρησε γι’ αυτήν καλός φίλος, ο ιστορικός Τάσος Σακελλαρόπουλος, αυτήκοος μάρτυρας. Οσο τη σκέφτομαι, τόσο πιο επιτυχημένη και αναγκαία τη βρίσκω. Και το «καλή συνέχεια» μας ξάφνιασε πριν από χρόνια, με τα εισόδιά του στην καθημερινή γλωσσική μας ρουτίνα, έπιασε όμως. Και πια το λέμε σχεδόν όλοι. Είναι πολύ προτιμότερο να εύχεσαι «καλή συνέχεια» στις δύο το μεσημέρι παρά «καλό βράδυ», όπως επικράτησε να λέμε σ’ έναν τόπο που διατηρεί καλές σχέσεις με τον ήλιο και το φως. Δεν έχει περάσει, άλλωστε, παρά μόνο ένας χρόνος από τη μυθική εποχή που ακόμα και στις δύο μετά τα μεσάνυχτα αν ευχόσουν «καλή συνέχεια» στους γνωρίμους σου, δεν θ’ ακουγόσουν περίεργος και υπερβολικός.

Λογική, λοιπόν, η νέα ευχή. Και ας ξέρουμε πως οι ευχές έρχονται από έναν κόσμο μαγικό, εξωλογικό ή ποιητικό, που συνεχίζει να εμπιστεύεται την ικανότητα των λέξεων να επηρεάζουν με τη μαγγανεία τους τα πράγματα, να τ’ αλλάζουν. Στις έξι συλλαβές της «καλής ανοσίας» ακούω επίγνωση, αγωνία και καλή καρδιά ή «θετική σκέψη» όπως μάθαμε να λέμε. Ακούω τον ήχο της δύσκολης προσπάθειας όλων να μην επιτρέψουμε στην απογοήτευση και στον φόβο μπροστά στην πανδημία να μετατραπούν σε απόγνωση, παραίτηση και μοιρολατρία.

Τα στοιχεία, τα καθαυτό δικά μας και του γύρω κόσμου, δεν είναι παραμυθητικά. Και οι ευχοπλάστες το ξέρουν αυτό. Πάνω από δυόμισι εκατομμύρια οι νεκροί παγκοσμίως, κοντά στις 7.000 στην πατρίδα μας, όλων των ηλικιών. Αν πέρυσι τέτοιον καιρό τολμούσε κάποιος να διατυπώσει την υπόθεση ότι μέσα σ’ ένα χρόνο θα χαθούν 7.000 ψυχές στην Ελλάδα, οι ακροατές του δεν θα αρκούνταν να τον χαρακτηρίσουν εξωφρενικά κινδυνολόγο. Ισως και να τον καταχέριζαν σαν γρουσούζη, για να ξορκίσουν το κακό. 

Στους εφιαλτικούς αριθμούς φτάσαμε όχι μόνον επειδή η επιστήμη δεν μπορεί να τρέξει ταχύτερα από τον διαρκώς μεταλλασσόμενο ιό, ή επειδή «πάμε γυρεύοντας», όπως ισχυρίζεται το δόγμα της «ατομικής ευθύνης», αλλά και επειδή η διαχείριση του δράματος από τις πολιτικές ηγεσίες έχει αποτύχει παταγωδώς. Η αβυσσαλέα ελαφρότητα και ο χονδροειδής αντιεπιστημονικός λαϊκισμός του Ντόναλντ Τραμπ των ΗΠΑ, του Ζαΐρ Μεσσία Μπολσονάρο της Βραζιλίας, του Μπόρις Τζόνσον της Μεγάλης Βρετανίας (στην πρώτη φάση), αλλά και του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν της Τουρκίας, του Αλεξάντερ Λουκασένκο της Λευκορωσίας και όσων άλλων μιλούσαν για απλή γριπούλα και συνταγογραφούσαν χλωρίνη, βότκα ή τσάι και βατόμουρο, ευθύνονται περίπου για τους μισούς θανάτους πλανητικά. Και αν υπήρχε τρόπος ακριβούς υπολογισμού, θα φτάναμε ενδεχομένως στα δύο τρίτα των θανάτων αν μετρούσαμε και τη βαριά ευθύνη όσων ακραίων κατέχουν θρόνο ή θρονίσκο στις τρεις μονοθεϊστικές θρησκείες, τον χριστιανισμό (με το ορθόδοξο δόγμα να πρωτοστατεί, στην Ελλάδα, στην Κύπρο, στη Σερβία), τον μουσουλμανισμό και τον ιουδαϊσμό. Αρνούμενοι την πραγματικότητα, δεν κήρυξαν απλώς ότι «η πίστις σώζει», οπότε περιττεύουν οι προφυλάξεις, οι μάσκες και τα φάρμακα, αλλά και ότι ο ιός δεν υπάρχει. Ή, κι αν υπάρχει, είναι αγγελιοφόρος του Θεού-Τιμωρού, οπότε πρέπει ν’ ακούσουμε το μήνυμά του με αυτοθυσιαστική (ή αυτοκτονική) εγκαρτέρηση νεομαρτύρων.

Μπορεί ο ιός να είναι πανίσχυρος, πανούργος και μεταδοτικότατος, μολαταύτα, καθόλου μικρή δεν είναι η ευθύνη και όσων κυβερνήσεων εξακολουθούν, ένα χρόνο μετά, να αυτοσχεδιάζουν πρόχειρα, βραχυκυκλωμένες από το δίλημμα υγειονομία ή οικονομία. Να μη μαθαίνουν από τα λάθη τους, αφού η οίησή τους δεν τους επιτρέπει να τα αναγνωρίζουν με την απαιτούμενη αυτοκριτική ειλικρίνεια. Να νοιάζονται περισσότερο για την εικόνα τους, ένα άγχος που τους οδηγεί να αυτοχειροκροτούνται. Να μην ενισχύουν ουσιωδώς τα εθνικά συστήματα υγείας, παρά τις δραματικές εκκλήσεις των γιατρών. Και βέβαια, να επιδίδονται στην προσφιλή τους δημιουργική λογιστική με τους αριθμούς.

Ολα αυτά έχουν δημιουργήσει τη μαζική πεποίθηση ότι άλλο όπλο από το εμβόλιο δεν υπάρχει, εξ ου και η ευχή «καλή ανοσία». Και όμως, υπάρχουν και άλλα όπλα, ώστε να μην ασθενήσουμε ή, αν είμαστε άτυχοι, να έχουμε περισσότερες ελπίδες θεραπείας. Καλά και χρυσά είναι τα εμβόλια, ή τουλάχιστον έτσι θέλουμε να πιστεύουμε. Γιατί πολλά παραμένουν αδιευκρίνιστα, εξαιτίας του κατεπείγοντος των πραγμάτων, το οποίο και έπεισε τους ανθρώπους, όπου γης, να γίνουν εθελοντικά πειραματόζωα, ακόμη κι αν ακούνε αντικρουόμενες πληροφορίες.

Η πικρή πείρα ενός χρόνου, εντούτοις, θα έπρεπε να έχει ήδη αποσυμφορήσει τα μέσα μαζικής μεταφοράς, που έχουν πλέον μετονομαστεί σε μέσα μαζικής μετάδοσης. Θα έπρεπε να έχει ήδη καταστήσει υποχρεωτικά τα συχνά τεστ στους χώρους εργασίας και στα γηροκομεία. Να έχει ενισχύσει το ΕΣΥ στ’ αλήθεια, όχι με την ονομαστική αναβάθμιση απλών κλινών σε κλίνες ΜΕΘ, με την απλή επικόλληση στην πόρτα του θαλάμου μιας πρόχειρης πινακιδούλας. Τόσο μαγική πια δεν είναι καμία γλώσσα. 
Επειδή τίποτε απ’ όλα αυτά δεν έχει γίνει, και δεν προβλέπεται να γίνει, αφού η κυβέρνηση δεν κουράζεται να υμνεί τα έργα της, συνεπικουρούμενη από τα –πολύ λίγα είναι η αλήθεια– φιλικά της ΜΜΕ, αρπαζόμαστε από την ελπίδα του εμβολίου. Ο φόβος μάς ωθεί. Ο ίδιος φόβος που μας έπεισε να τηρούμε εξαρχής τα μέτρα, στη συντριπτική πλειονότητά μας, ακόμα κι αν καθόλου δεν μας ενέπνεε η άνευ σχεδίου και κυρίως άνευ λογοδοσίας επιβολή τους· ακόμα κι αν είδαμε αρκετές φορές σε ρόλο παραβάτη αυτούς που οφείλουν να λειτουργούν σαν παραδείγματα.

Φυσικά και υπάρχουν και στην Ελλάδα αρνητές του ιού, της μάσκας, του εμβολιασμού. Οπως υπάρχουν και κομματάρχες-τηλεπραματευτές αλοιφών που τάχα ξεπαστρεύουν κάθε λογής μικρόβια και βακτήρια. Αλλά και αρκετές εκκλησίες στην εκτός επιτηρήσεως ύπαιθρο που λειτουργούν σαν να μην ανατράπηκε ποτέ ο ρυθμός του κόσμου. Γίνονται επίσης κάποια κορωνοπάρτι, σαν και αυτό της περασμένης Τσικνοπέμπτης, όπου συμμετείχαν και εργαζόμενοι του ΕΟΔΥ. «Κίνημα», πάντως, αντικαραντινικό ή αντιεμβολιαστικό δεν υπάρχει. Διαδηλώσεις εναντίον των περιοριστικών μέτρων, σαν αυτές της Ολλανδίας, της Γερμανίας ή της Αγγλίας, δεν έχουμε δει εδώ. Τέσσερις-πέντε συγκεντρώσεις συνωμοσιολάγνων μόνο, ακροδεξιάς κοπής. Ισχνότατες.

Αντέχουμε, υπομένουμε, ελπίζουμε στα εμβόλια και μόνο, όχι στην υγειονομική κυβερνητική πολιτική, και ευχόμαστε «καλή ανοσία». Πολύ θα θέλαμε, ωστόσο, να μην ξαναδούμε άλλα στελέχη, δήθεν «απαραίτητα για τη συνέχεια του κράτους», να εμβολιάζονται εκτός σειράς. Και επίσης να χαμηλώσουν κάπως οι υμνητικοί τόνοι, γιατί οδηγούν σε παρανάγνωση των αριθμών. Ακούστηκαν πολλοί διθύραμβοι προ ημερών, επειδή ξεπεράσαμε λέει «το συμβολικό όριο του ενός εκατομμυρίου εμβολιασμένων». Μόνο που ο στρογγυλός αριθμός δεν αφορούσε εμβολιασμένους αλλά εμβολιασμούς, δόσεις. Oπως απέδειξαν τα Ellinika Hoaxes, οι εμβολιασμένοι ήταν 725.388. Τείχος ανοσίας θέλουμε να χτίσουμε. Αλλά με πέτρες. Οχι με φελιζόλ.