ΑΠΟΨΕΙΣ

Πόσοι τριαντάχρονοι βγάζουν περισσότερα χρήματα από τους γονείς τους;

Πόσοι τριαντάχρονοι βγάζουν περισσότερα χρήματα από τους γονείς τους στην Ελλάδα; Σας φαίνεται παράξενη η ερώτηση; Λογικό, καθώς σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, την τελευταία δεκαετία, η ανεργία στις ηλικίες 18-24 ετών βρίσκεται στο 40-50% και σε όσους είναι μεταξύ 25 και 30 ετών, κυμαίνεται στο 30-35%.

Αρα σχεδόν ένας στους δύο νέους ηλικίας 25 ετών δεν έχει καθόλου εισοδήματα. Συντηρείται από την οικογένειά του ή το ταμείο ανεργίας. Ισως απλώς να βγάζει ένα χαρτζιλίκι από μικρές εργασίες. Από το υπόλοιπο 50% των 25χρονων, ένα μεγάλο τμήμα εργάζεται ως μερικής απασχόλησης ή με ολιγόμηνες συμβάσεις εργασίας που ανανεώνονται κατ’ έτος. Φέρ’ ειπείν, στον τουρισμό, που στη χώρα μας συνιστά βασική πηγή νεανικής απασχόλησης, πολλές συμβάσεις εργασίας είναι τρίμηνες, εξάμηνες, ή εννεάμηνες. Αλλοι πάλι απασχολούνται σε διάφορες μορφές μη αμειβόμενης ή υπο-αμειβόμενης εργασίας, γνωστές ως «πρακτική άσκηση», «δοκιμαστική περίοδος», «εθελοντική εργασία». Πρόκειται αναμφίβολα για όρους που καθιερώθηκαν προκειμένου να ωραιοποιήσουν τη δωρεάν ή υπο-αμειβόμενη εργασία των νέων.

Τι μένει λοιπόν; Λίγα πράγματα. Νέοι που εργάζονται σε κάποιους τομείς υψηλής εξειδίκευσης ή επιτυχημένοι νέοι επιχειρηματίες. Ακόμη και σε επαγγέλματα με παραδοσιακά υψηλές προοπτικές καριέρας (π.χ. γιατροί ή μηχανικοί), μικρό είναι το ποσοστό των ανθρώπων που στα τριάντα τους έχουν ένα ικανοποιητικό εισόδημα από την εργασία τους.

Κάπως έτσι καταλήγουμε στο συμπέρασμα πως το ποσοστό των νέων που κερδίζουν περισσότερα χρήματα από τους γονείς τους είναι μικρό. Και όμως, αυτό που σήμερα μας φαίνεται εξαίρεση, λίγες δεκαετίες πριν στον ανεπτυγμένο κόσμο ήταν ο κανόνας. Για παράδειγμα, πρόσφατα δημοσιευμένη έρευνα δείχνει πως το 1970 στις ΗΠΑ, το 90% των τριαντάχρονων, δηλαδή σχεδόν όλοι, έβγαζαν περισσότερα χρήματα από τους γονείς τους.

Τέσσερις δεκαετίες αργότερα, το 2010, το ποσοστό αυτό έπεσε στο 50%. Με απλά λόγια, δέκα χρόνια νωρίτερα, ένας στους δύο νέους ηλικίας τριάντα χρόνων στις ΗΠΑ κέρδιζε περισσότερα από τους γονείς του.

Δυστυχώς, οι εκτιμήσεις δείχνουν πως η πτωτική τάση συνεχίζεται μέχρι σήμερα και γεννάει ανησυχία για το μέλλον. Η έλλειψη ορατών προσδοκιών σε μεγάλα τμήματα νέων ανθρώπων και η συνακόλουθη αρνητική κοινωνική κινητικότητα (τα παιδιά να είναι φτωχότερα συγκριτικά με τους γονείς τους) συνιστούν μια μεγάλη κοινωνική απειλή, που πρέπει να αντιστραφεί άμεσα.

Για την Ελλάδα, ομολογώ πως δεν έχουν υποπέσει στην αντίληψή μου παρόμοια στοιχεία. Υποθέτω όμως πως κι εμείς τις δεκαετίες του ’70 και του ’80 θα πρέπει να είχαμε, αν όχι παρόμοια, σίγουρα κοντινά με των ΗΠΑ ποσοστά τριαντάχρονων που έβγαζαν περισσότερα χρήματα από τους γονείς τους.

Οπως παντού στον δυτικό μεταπολεμικό κόσμο, έτσι και στη χώρα μας, οι μεταπολεμικές γενιές νέων κέρδισαν σημαντικά από τις οικονομικές και κοινωνικές εξελίξεις. Η ανάπτυξη της οικονομίας τα χρόνια 1950-1970, ο εκδημοκρατισμός της εκπαίδευσης, η έκρηξη του τουρισμού, η μετακίνηση της οικονομίας από τον πρωτογενή στον τριτογενή τομέα, καθώς και η διεύρυνση της απασχόλησης στο Δημόσιο, βελτίωσαν σημαντικά τα εισοδήματα των νέων ανθρώπων.

Ωστόσο, όπως και στις ΗΠΑ, έτσι και στη χώρα μας η τάση είναι πτωτική. Με τη διαφορά πως στην Ελλάδα η πτώση πρέπει να είναι δραματική, και οι αιτίες είναι πολλές. Επιπλέον, η κατάσταση επιδεινώθηκε σοβαρά από τη μακροχρόνια ύφεση που προκάλεσε η κρίση του 2009 και στη συνέχεια το χτύπημα της πανδημίας. Δυστυχώς, αν δεν αλλάξει κάτι, τα επόμενα χρόνια θα είναι και πάλι οι νεότερες γενιές που θα κληθούν να πληρώσουν την ύφεση και την έκρηξη του δημοσίου χρέους.

Αντί για επίλογο, θα κλείσω με μια διδακτική είδηση: την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια της Νέας Υόρκης συμπληρώνεται μία εβδομάδα αποχής των υποψήφιων διδακτόρων από τα διδακτικά τους καθήκοντα. Ζητούν αύξηση του ποσού της υποτροφίας τους και ένα χρόνο παράταση των πενταετών υποτροφιών τους λόγω των δυσκολιών που προκάλεσαν στην έρευνα η πανδημία και τα lockdowns. Να σημειωθεί πως όλοι οι υποψήφιοι διδάκτορες του πανεπιστημίου λαμβάνουν ως υποτροφία περίπου 35.000 δολάρια τον χρόνο κατ’ άτομο, χώρια οι επιπλέον χρηματοδοτήσεις (ερευνητικά ταξίδια, συνέδρια, εκμάθηση γλωσσών).

Για τα ελληνικά ακαδημαϊκά δεδομένα, οι απαιτήσεις αυτών των φοιτητών, που το κύρος του πανεπιστημίου τους είναι από μόνο του ένα τεράστιο πλεονέκτημα για το μέλλον τους, μοιάζουν εξωπραγματικές. Αναρωτήθηκα τι προσφέρουμε εμείς στους δικούς μας υποψήφιους διδάκτορες και ντράπηκα.
 
* Ο κ. Νίκος Μαραντζίδης είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.