ΑΠΟΨΕΙΣ

Ενα περίπλοκο πλέγμα σχέσεων

Η εβδομάδα που πέρασε δεν περιελάμβανε μόνον εθνικά γενέθλια, είχε και εξαιρετικά ενδιαφέρουσες και σημαντικές διεθνείς εξελίξεις γύρω από τις σχέσεις ΗΠΑ – Ευρώπης – Ρωσίας – Τουρκίας, στις οποίες βέβαια εντάσσονται τα μεγάλα προβλήματα που αφορούν ειδικά την Ελλάδα και την Κύπρο. Προβλήματα που ανακύπτουν από το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας» και την επιθετική πολιτική της Αγκυρας στην Ανατολική Μεσόγειο, στο Αιγαίο και στα πέριξ. Με αυτήν ακριβώς την έννοια, εμπλέκει άμεσα την Ελλάδα η λεγόμενη «επιστροφή» της Ουάσιγκτον στην Ευρώπη μετά την ταραχώδη τετραετία Τραμπ, σε συνδυασμό με την επιθετική αντιμετώπιση της Ρωσίας από τη διοίκηση Μπάιντεν, αλλά και τη δυσαρέσκεια που εκπέμπει η τελευταία  για τη στάση και τις ενέργειες του καθεστώτος Ερντογάν. Το «παζλ» γίνεται πολυπλοκότερο από τις σχέσεις που διαμορφώνονται μεταξύ Ε.Ε. και Τουρκίας, όπως τις αποτύπωσε η πρόσφατη ευρωπαϊκή Τηλεσύνοδος Κορυφής.

Τούτων λεχθέντων, η σύνθεση της εικόνας που σχηματίζεται σήμερα έχει τα εξής στοιχεία:

1. Η επιστροφή των ΗΠΑ στα «εγκόσμια» ταυτίζεται με την απαίτηση να στοιχηθούν πίσω τους όλες οι δυτικές χώρες, ιδίως οι ευρωπαϊκές, για να υπηρετηθούν οι αμερικανικές προτεραιότητες, με βασικότερη την αντιμετώπιση Κίνας και Ρωσίας. Η Κίνα, γιατί αυτή τη στιγμή, αλλά και προοπτικά, φαντάζει ως η δύναμη που μπορεί να ανταγωνιστεί τις ΗΠΑ· με τη Ρωσία όμως τα πράγματα είναι πιο περίπλοκα. Πέρα από τον σχεδόν παραδοσιακό αντιρωσισμό που επικρατεί στον αγγλοσαξονικό κόσμο, καμία αμερικανική κυβέρνηση διαχρονικά δεν θέλει την προσέγγιση της Ευρώπης και ακόμη περισσότερο της Γερμανίας με τη Ρωσία. Οι Αμερικανοί είναι προφανώς πρόθυμοι να διακινδυνεύσουν την προσέγγιση της Μόσχας με το Πεκίνο, ίσως γιατί θεωρούν ότι υπάρχουν όρια και αντικειμενικές δυσκολίες για να καταστεί αυτή άρρηκτη, όχι όμως να αποδεχθούν ευρωρωσική προσέγγιση που μπορεί να εξελιχθεί σε πραγματική ώσμωση και να δημιουργηθεί ένας τρίτος ισχυρός πόλος στη γεωπολιτική σκακιέρα. Γι’ αυτό η κυβέρνηση Μπάιντεν –όπως του Τραμπ–  δηλώνει ευθέως την αντίθεσή της στην ολοκλήρωση του αγωγού Nord Stream 2 και εξαπολύει εκστρατεία για τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τη δημοκρατία. Θέλει πλήρη εξάρτηση της Ευρώπης από τις ΗΠΑ και βαθιές διαχωριστικές γραμμές με τη Ρωσία, η οποία αναμφίβολα θέλει διαιρεμένη τη Δύση και δεν είναι πρότυπο δημοκρατικής χώρας.

2. Η Ευρώπη από την πλευρά της δέχεται με ανυπόκριτη ανακούφιση την αναθέρμανση των σχέσεων με τις ΗΠΑ, αναγνωρίζει και τον ηγετικό ρόλο τους, αλλά νιώθει και κάποια ανησυχία. Η Γερμανία κατ’ αρχάς, η Γαλλία για άλλους λόγους μάλλον, αλλά και άλλοι, δεν θέλουν ολοκληρωτική ρήξη με τη Ρωσία. Αντιλαμβάνονται ότι το φυσικό άνοιγμα της Ευρώπης είναι προς ανατολική κατεύθυνση, προτιμούν επίσης να μην είναι δεμένοι πισθάγκωνα στο άρμα της Αμερικής, ενοχλούνται από τον δορυφορικό ρόλο των πρώην ανατολικών χωρών (Νέα Ευρώπη κατά Ράμσφελντ) και το σημαντικότερο, έχουν οικονομικά συμφέροντα με τη Ρωσία. Οπως και με την Κίνα βέβαια…

3. Στο πλαίσιο της αμερικανικής πολιτικής απέναντι στη Ρωσία μπαίνει και η Τουρκία. Η Ουάσιγκτον έχει ενοχληθεί εξαιρετικά από την αγορά των S-400 από την Αγκυρα και τη συνδυάζει με το υπόλοιπο πλέγμα των σχέσεων Ερντογάν – Πούτιν, που περιλαμβάνει συνεργασία στη Συρία και στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ, ακόμη και κατασκευή πυρηνικών αντιδραστήρων. Είναι φανερό και παραδέχεται ότι δεν θέλει να χάσει την Τουρκία λόγω της σημασίας της, αλλά δεν δείχνει διατεθειμένη να δεχθεί μια τόσο επαμφοτερίζουσα πολιτική από πλευράς Ερντογάν. Ο οποίος μόλις προχθές τόνισε ότι η Τουρκία δεν πρόκειται «να γυρίσει την πλάτη ούτε στη Δύση ούτε στην Ανατολή», περιλαμβανομένης της Κίνας. Αλλωστε δυσκολεύεται να αλλάξει γραμμή, αφού έχει  φροντίσει να δημιουργήσει κλίμα μείγματος εθνικισμού και ισλαμισμού στον τουρκικό λαό και μέσω του δόγματος της «Γαλάζιας Πατρίδας», και δεν πιστεύει ότι τον αγγίζουν οι επιλεκτικές ευαισθησίες της Δύσης για τις κατάφωρες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Τον επιβεβαιώνει η Ευρώπη που τη θεωρεί όμηρό του λόγω οικονομικών συμφερόντων, δικτύων ελέγχου των Τούρκων μεταναστών σε ευρωπαϊκές χώρες και προσφυγικού.

Ολα αυτά και άλλα αναγκάζουν την Αθήνα να αποδέχεται τη «χλιαρή» κοινή δήλωση –που ξεκίνησε από απαράδεκτη αρχική διατύπωση– της ευρωπαϊκής Συνόδου Κορυφής και να δηλώνει χαρούμενη για τα καλά λόγια του Μπάιντεν. Τι άλλο να κάνει;