ΑΠΟΨΕΙΣ

Το mea culpa του Ανδρέα, ελληνοτουρκικά, Κυπριακό

Ακόμη μία πρωτοβουλία της διεθνούς κοινότητας για την αναζήτηση κοινού τόπου με στόχο την επίτευξη συμφωνίας στο Κυπριακό εγκαινιάζουν τα Ηνωμένα Εθνη με την άτυπη πενταμερή διάσκεψη που συγκαλούν την επόμενη εβδομάδα στη Γενεύη, με τη συμμετοχή των τριών εγγυητριών δυνάμεων και των δύο κοινοτήτων στο νησί.

Η διαδικασία έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η Αγκυρα δηλώνει μεν ότι η ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ενωση παραμένει επιδίωξή της, ωστόσο με τη συμπεριφορά της δείχνει ότι μάλλον δεν είναι διατεθειμένη να προβεί στις αλλαγές που απαιτούνται ώστε αυτή η προοπτική να γίνει πραγματικότητα.

Ταυτόχρονα, η δημόσια προβολή των θέσεων και προσεγγίσεων των μελών της Ενωσης οδηγεί αβίαστα στο συμπέρασμα ότι δεν νοείται συζήτηση για πλήρη ένταξη της Τουρκίας στην Ενωση στο μεσοπρόθεσμο μέλλον. Η επικαιροποίηση της τελωνειακής ένωσης φαντάζει πλέον ως η μόνη ρεαλιστική προσδοκία. 

Η νέα αυτή κινητικότητα έρχεται σε μια φάση όπου κάποιοι στην Αθήνα δεν βλέπουν απαραίτητα το Κυπριακό ως προτεραιότητα. Ωστόσο, ακόμη και όσοι δεν αισθάνονται την ηθική υποχρέωση ή δεν έχουν την εθνική ευαισθησία, αλλά λειτουργούν με ψυχρούς πολιτικούς υπολογισμούς, πρέπει να κατανοήσουν ότι τα ελληνοτουρκικά δεν πρόκειται να προχωρήσουν χωρίς διευθέτηση του Κυπριακού.

Η Ιστορία έχει δείξει ότι είναι λάθος για τον οποιονδήποτε Ελληνα ηγέτη να επιχειρήσει να παραμερίσει το Κυπριακό, το οποίο είναι μεν ένα αυτόνομο διεθνές πρόβλημα, που αφορά εισβολή και συνεχιζόμενη κατοχή, αλλά αποτελεί και μείζονα παράμετρο του σύνθετου παζλ των ελληνοτουρκικών σχέσεων, οι οποίες δύσκολα θα ομαλοποιηθούν με το Κυπριακό άλυτο. Το περίφημο mea culpa του Ανδρέα Παπανδρέου το 1988 –απαντώντας στον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη που τον κατηγορούσε γιατί έβαλε το Κυπριακό «στο ράφι»– δρα διδακτικά και ηχεί προειδοποιητικά για όλους.

Υστερα από δεκαετίες αποτυχημένων προσπαθειών, μετά την απόρριψη του σχεδίου Ανάν αλλά και την ένταξη της Κύπρου στην Ε.Ε., έπειτα από σωρεία προκαταρκτικών συμφωνιών στο εσωτερικό της Κύπρου μεταξύ Ελληνοκύπριων και Τουρκοκύπριων ηγετών, αλλά και την αποχώρηση από το προσκήνιο των περισσότερο ευέλικτων από τους τελευταίους, Ταλάτ και Ακιντζί, είμαστε μπροστά σε μια νέα, και ίσως πιο δύσκολη, πραγματικότητα. Ο Ερντογάν είναι πιο επιθετικός, ο Τουρκοκύπριος ηγέτης Τατάρ πιο εθνικιστής και η τουρκική πλευρά προτείνει λύση δύο κρατών.

Πέραν του προφανούς, ότι δεν νοείται ένα αυτόνομο «τουρκοκυπριακό κράτος» ως μέλος της Ε.Ε., εάν το σημείο εκκίνησης της κάθε πλευράς είναι εντελώς ανεξάρτητο από τις συζητήσεις δεκαετιών, τις διαπραγματεύσεις, τις όποιες συγκλίσεις και, πάνω από όλα, τα ψηφίσματα των Ηνωμένων Εθνών, τότε και η ελληνική πλευρά δικαιούται να προσέλθει στη διάσκεψη με πρόταση για λύση ενιαίου κράτους, απόλυτα λειτουργικού εντός της Ε.Ε., και αυξημένες πρόνοιες και δικλίδες ασφαλείας για την τουρκοκυπριακή κοινότητα.

Και ίσως τότε, μέσα από εκατέρωθεν παραχωρήσεις, η τελική λύση να καταλήξει να είναι μια –λειτουργική, χωρίς την παρουσία και επιρροή ξένων δυνάμεων– ομοσπονδία.