ΑΠΟΨΕΙΣ

Αρχεία και αποκόμματα

Στο περιθώριο της ειδησεογραφίας, οι αναπάντεχες εκλάμψεις ενός εξίσου ισχυρού παρόντος, που παραμένει στην αφάνεια, ενίοτε σε αιφνιδιάζουν. Ερευνώντας τρεις φακέλους γεμάτους αποκόμματα και σημειώσεις, που μου είχαν παραδοθεί από φιλικό πρόσωπο, είχα βυθιστεί στον κόσμο μιας γυναίκας που δεν υπήρχε πλέον στη ζωή. Είναι μια παράδοξη εμπειρία να καλλιεργείς μια τόσο οικεία και σχεδόν αδιάκριτη σχέση με έναν άνθρωπο που υπήρξε και, στην περίπτωση αυτή, δεν είχες συναντήσει ποτέ.

Με αυτή την αφορμή θυμήθηκα την προ ετών εναγώνια επιστολή αναγνώστη της εφημερίδας που με καλούσε να δω το δικό του αρχείο αποκομμάτων, λογοτεχνικών κριτικών και χρονογραφημάτων, που μάζευε από το 1965, όπως με πληροφορούσε. Εξέφραζε την αγωνία, καθώς βρισκόταν στη δύση του βίου του, σύμφωνα με τα λεγόμενά του, πως όλα όσα συγκέντρωνε με κόπο και αγάπη θα κατέληγαν «σε κάποια χωματερή».

Για τους παλαιότερους ιστοριοδίφες, διανοούμενους, αφοσιωμένους αναγνώστες και εραστές της κουλτούρας των βιβλίων, η συγκρότηση ενός προσωπικού αρχείου, με την ιδιότητα ενός ιδιοσυγκρασιακού θερμοκηπίου, σαν ένα cabinet of curiosities, ήταν μια αυτονόητη διαδικασία πνευματικής ενηλικίωσης και κατοχύρωσης μιας ατομικής ψηφίδας σε έναν ωκεανό πολιτισμικής παρακαταθήκης. Είναι σαφές πως αυτή η άλλοτε αυτονόητη συνήθεια, που σε πολλές οικογένειες διατηρούσε κάποιος μονήρης θείος ή μια εκκεντρική θεία, εκλείπει αν δεν έχει πλήρως σαρωθεί σφραγίζοντας μια παράδοση αιώνων έντυπης τυπογραφίας.

Πρόσφατα διάβασα, με περισσή απόλαυση, το βιβλίο του Νίκου Μπακουνάκη «Οταν έπεσα στο μελανοδοχείο» (εκδ. Πόλις), στο οποίο συγκροτεί τη διαδρομή ενός πνευματικού και εκδοτικού ίχνους μέσα από την τεχνική της αυτοβιογραφίας, για να εξελίξει το ιδιωτικό βλέμμα σε δημόσιο κτήμα και εν πολλοίς σε κοινή, συνεκτική πολιτισμική αξία. Αναφέρεται συχνά στα ημερολόγια και στα αρχεία, που τον βοήθησαν στη συγγραφή αυτού του βιβλίου. Πρόσφατα, επίσης, η δημοσιογράφος Ολγα Σελλά μας είχε παραδώσει το «Πόσες λέξεις;» (εκδ. Στερέωμα), ένα χρονικό πολιτιστικής δημοσιογραφίας, βασισμένο επίσης στο προσωπικό αρχείο της.

Φαίνεται πως η σχέση μνήμης και αποθησαύρισης φυσικών τεκμηρίων από ιδιώτες για προσωπική χρήση και απόλαυση είναι μια σχέση που γεννήθηκε και πέθανε στους αιώνες της νεωτερικότητας. Πλέον, η οργάνωση της συλλογικής μνήμης περνάει μέσα από δίκτυα, επιστημονικά ή όχι, με άλλη εξωστρέφεια και συγκρότηση. Ο μοναχικός συλλέκτης αναμνήσεων και εσωστρεφής καταγραφέας της καθημερινότητας είναι ένα ανθρωπολογικό είδος που αντικαθίσταται από την επέλαση του θεσμοθετημένου και επιδοτούμενου ναρκισσισμού.