ΑΠΟΨΕΙΣ

Η σημασία της αξιοπρέπειας!

«Κλείσε τη μύτη σου και ψήφισε Ν.Δ.» θυμάμαι πως του είπα. Ηταν λίγες ημέρες πριν από τις δραματικές εκλογές του Ιουνίου 2012. Τον Μάιο, οι οργισμένοι πολίτες είχαν δείξει κακή διάθεση έναντι των δυνάμεων που χρεοκόπησαν τη χώρα. Ο ΣΥΡΙΖΑ, πάλι, σε εφηβικό πολιτικό φεγγάρι, βρισκόταν μια ανάσα από την εξουσία, αλλά ήταν ακόμη ανώριμος να κυβερνήσει και η Ευρώπη ανέτοιμη να τον αποδεχτεί· ο κίνδυνος εκτροχιασμού μεγάλος.

Ο πατέρας μου αντέδρασε: «Αυτό με τίποτα», κάνοντας και την κίνηση με το χέρι του. Ανακάλεσε μνήμες: «Δεν θα ξεχάσω ποτέ τότε…». Το τότε ήταν ο χειμώνας του ’48 στην αλάνα της Τούμπας, όταν περίμενε σε μια ατελείωτη ουρά μαζί με τη μάνα και τ’ αδέλφια του για να πάρουν τη βοήθεια της ΟΥΝΡΑ. Η οικογένεια πεινούσε στην κυριολεξία. Κι όταν έφτασε μετά από ώρες η σειρά τους, ο τοπικός κομματάρχης του Λαϊκού Κόμματος που επόπτευε της διαδικασίας τούς αναγνώρισε: «Εσείς, ρωσάκια», φώναξε, «να πάτε στη Ρωσία να πάρετε βοήθεια». Παρά τα παρακάλια και τα κλάματα της γιαγιάς Λέλας έφυγαν παγωμένοι, νηστικοί και εξευτελισμένοι.

Κάπως έτσι διαμορφώθηκε η πολιτική ταυτότητα του πατέρα μου, που τότε ξέκοψε τις σχέσεις του με τη Δεξιά, όπως έλεγε. «Είναι θέμα αξιοπρέπειας», τόνιζε. Ηταν δεκατριών ετών όταν έζησε την εμπειρία αυτή, αλλά εξαιτίας της έντασης της ταπείνωσης βίωσε πως είχε εισέλθει στον κόσμο των ενηλίκων.

Τα επόμενα χρόνια, το μετεμφυλιακό κράτος φρόντισε και άλλες φορές να τον τσαλακώσει. Οπως, για παράδειγμα, το 1955, όταν το Συμβούλιο Νομιμοφροσύνης του Δήμου Θεσσαλονίκης απαιτούσε κατάθεση «πιστοποιητικού νομιμοφροσύνης» στην υπηρεσία από τον 20χρονο φοιτητή πλέον πατέρα μου, που δούλευε τα βράδια ως έκτακτος εργάτης καθαριότητας για να μπορεί να σπουδάζει. Το κράτος των νικητών, βλέπετε, κατείχε μια μοναδική τέχνη στη σκληρότητα.

Παρά την ακραία φτώχεια και τις άλλες αντιξοότητες, ο πατέρας μου ανήλθε οικονομικά και κοινωνικά. Και όμως, ενώ υπήρξε από τους κερδισμένους της μεταπολεμικής εξέλιξης της χώρας, η μνήμη εκείνη της χαμένης αξιοπρέπειας τον σημάδεψε παντοτινά.

Αυτές οι σκέψεις μού ήρθαν πριν από λίγες ημέρες διαβάζοντας μια συνέντευξη του Αμερικανού προέδρου Τζο Μπάιντεν. Αποκάλυπτε πως η πολιτική του συγκρότηση δεν διαμορφώθηκε μόνο από αφηρημένες ιδέες, αλλά από δύσκολα οικογενειακά βιώματα. Ηταν κυρίως η εικόνα του καταρρέοντος πατέρα του εξαιτίας οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε, που τον καθόρισε ως άνθρωπο. Η εμπειρία τού να δεις τον πατέρα σου να αναφωνεί «Θεέ μου, γιατί σε μένα» είναι σίγουρα κάτι που δεν ξεχνιέται εύκολα.

O Αμερικανός πρόεδρος πιστεύει πως το ζήτημα της αξιοπρέπειας είναι κρίσιμης σημασίας. Οταν στερηθεί κανείς την αξιοπρέπειά του, όταν αισθανθεί ταπείνωση εξαιτίας ανυπέρβλητων συνθηκών, κουβαλάει το τραύμα παντοτινά. Γι’ αυτό οι φτωχοί και οι ταπεινωμένοι αποδίδουν ιδιαίτερη αξία σε αυτήν. Η κατανόηση της αξίας της αξιοπρέπειας οδήγησε τον Μπάιντεν στην υιοθέτηση πολιτικών που στοχεύουν στο να μπορούν οι μη εύποροι άνθρωποι να ζουν αξιοπρεπώς χωρίς να είναι εντελώς ευάλωτοι στις αντιξοότητες της ζωής και στην αλαζονεία των ισχυρών.

Το αίτημα για αξιοπρέπεια θα επανέρχεται στο διηνεκές από τους «κοινούς ανθρώπους» και θα είναι ψηλά στην ατζέντα απ’ όσους προσδιορίζονται ως προοδευτικοί. Το να ζουν οι πολίτες με αξιοπρέπεια –είτε αυτό αφορά το να μη φοβούνται να πουν τη γνώμη τους είτε αυτό αφορά το να γυρνούν σπίτι τους χωρίς να αγωνιούν εάν θα φτάσουν τα χρήματα για νοίκι και κοινόχρηστα– θα συνιστά πάντα το κεντρικό σημείο αναφοράς κάθε πολιτικής δύναμης που θέλει να έχει στο επίκεντρό της τον άνθρωπο.

Υστερόγραφο: Το 2012 ο πατέρας μου δεν ψήφισε Ν.Δ., ούτε ποτέ άλλοτε. Εγώ πάλι, που δεν είχα τα δικά του βιώματα, έκλεισα μύτη, αυτιά και μάτια και ψήφισα. Η πολιτική είναι γεμάτη εκπλήξεις τελικά. Η μόνη φορά στη ζωή μου που ψήφισα Δεξιά ήταν τότε που είχε έναν ηγέτη που πολιτικά αποστρεφόμουν απόλυτα. Και πλάκα πλάκα, δεν μετάνιωσα για την επιλογή μου. Εκείνη η κυβέρνηση δεν έκανε θαύματα –το αντίθετο–, αλλά κέρδισε χρόνο. Και ο ΣΥΡΙΖΑ, που ακολούθησε, μπορεί να μην ήταν κανένα υπόδειγμα ωριμότητας, αλλά απέδειξε πως ήταν έτοιμος να κάνει τη δική του προσαρμογή συνδυάζοντας, έστω και τσάτρα πάτρα, αριστερό ριζοσπαστισμό με ρεαλισμό. Εντέλει, παρότι ως χώρα τα είχαμε κάνει μαντάρα, γλιτώσαμε στο τσακ. Κάποιοι θα το έλεγαν αυτό success story!

* Ο κ. Νίκος Μαραντζίδης είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.