ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο Παρθενών δεν είναι πουριτανός

o-parthenon-den-einai-poyritanos-561381727

Αφήνω κατά μέρος το μελό της καταστροφής. Το «τσιμέντωμα» της διαδρομής μεταμορφώνεται σε λεωφόρο που θα περάσουν φορτηγά εννέα μέτρων για τις ανάγκες της φωτογράφισης που σκοπεύει να κάνει μες στον Ιούνιο ο οίκος Dior. Πάλι καλά που δεν είπαν ότι θα μεταφέρουν προσωρινά την πύλη Beulé σαν τα αρχαία του μετρό στη Θεσσαλονίκη, για να εξυπηρετήσουν τη μεταφορική εταιρεία. Ψυχική ανάταση, η σημαία της αντίστασης ανεμίζει από τους ανέμους που παραδέρνουν τα μυαλά.

Αντιλαμβάνομαι τον πόνο τους. Εδώ και μήνες έχουν κινήσει γη και ουρανό για να διακηρύξουν τη μεγάλη ιδέα τους, την καταστροφή του μνημείου. Eχουν προκαλέσει δημοσιεύματα σε εφημερίδες, από συντάκτες που είναι προφανές ότι δεν επισκέφθηκαν τον χώρο. Eχουν μοιράσει φωτογραφίες με φακούς που παραμορφώνουν τις διαστάσεις του έργου. Eκαναν ό,τι μπορούσαν οι άνθρωποι για να αποτρέψουν τον επισκέπτη και τώρα έρχεται ο οίκος Dior να τον διαφημίσει. Το κομματικό τους φύλλο είχε μία φωτογραφία του 1951 με αντίστοιχη φωτογράφιση του ίδιου οίκου. Η λεζάντα έγραφε πως η φωτογράφιση έγινε ενώ η μισή Ελλάδα υπέφερε στον «νέο Παρθενώνα». Το μυαλό δουλεύει γρήγορα. Oπως τώρα κρύβουν το τσιμέντωμα, τότε έκρυβαν τα Μακρονήσια.

Τα παρακάμπτω όλ’ αυτά, που χρησιμεύουν περισσότερο για να θολώσουν το τοπίο και απομακρύνουν το ζήτημα από την ουσία του. Είναι ζήτημα η προβολή της πολιτισμικής μας κληρονομιάς; Οφείλουμε να επινοήσουμε τρόπους για να την αναδείξουμε ή μας φτάνει που την έχουμε; Η δεύτερη υπόθεση του «μη μου άπτου», θα έλεγα πως εκφράζει μια πουριτανική νοοτροπία, η οποία μας έφερε ώς εδώ. Υπήρξε αποτελεσματική στις μεταπολεμικές δεκαετίες, όταν η αρχαία Ελλάδα εξακολουθούσε να αντιμετωπίζεται, σε όλον τον δυτικό κόσμο, ως η απόλυτη πολιτισμική υποχρέωση. Η δε σύγχρονη Ελλάδα ήταν ένας γραφικός τόπος, όπου περίμενες να συναντήσεις στο διπλανό σου τραπέζι στην ταβέρνα τον Ζορμπά, έτοιμο να χορέψει συρτάκι. Ο συνδυασμός Ακρόπολης, Ζορμπά και γαλάζιας θάλασσας ήταν το brand της τουριστικής μας βιομηχανίας στη βιοτεχνική της περίοδο.

Στην οικουμένη της παγκοσμιοποίησης, η κατάσταση έχει αλλάξει ριζικά. Η Ακρόπολη διατηρεί την αίγλη της, όμως δεν είναι πλέον η απόλυτη μονάρχης που υπήρξε. Το είχε προβλέψει ο Αντρέ Μαλρό στον λόγο του στην Πνύκα: «Η Ακρόπολη θα φωταγωγηθεί για λογαριασμό της οικουμένης». Ως υπουργός Πολιτισμού της Γαλλίας, είχε έρθει για να πουλήσει το «Hχος και Φως» – ένα προϊόν που άνοιγε τον δρόμο για τη μετατροπή του τουρισμού σε βιομηχανία. Ο ίδιος είχε μιλήσει για τον «Πρώτο παγκόσμιο πολιτισμό της Ιστορίας». Και σε αυτόν τον πολιτισμό η Ακρόπολη ανταγωνίζεται το Τατζ Μαχάλ ή το Μάτσου Πίτσου. Η εικόνα της δεν έχει πλέον το μονοπώλιο της αισθητικής. Να θυμίσω απλώς ότι ο μεγάλος ποιητής Ραμπιτρανάθ Ταγκόρ τη θεωρούσε το πιο «άσχημο» αρχιτεκτόνημα που έχει δει.

Με ελάχιστες εξαιρέσεις, τα μουσεία μας και οι αρχαιολογικοί μας χώροι ζουν ακόμη στην εποχή του τουρισμού του σακιδίου. Είμαστε τυχεροί διότι η αξία τους δεν έχει εξαντληθεί. Oμως δεν έχουμε βρει τρόπους για να της προσθέσουμε υπεραξία. Μας αρκεί να την καταναλώνουμε. Σύμπλεγμα κατωτερότητας, αφού δεν τολμάμε να μπούμε στον ανταγωνισμό που μεταφράζεται σε σύμπλεγμα ανωτερότητας. Δεν χρειάζεται να μπούμε στον ανταγωνισμό, διότι κανείς δεν μπορεί να μας ανταγωνιστεί. Eχουμε αναρωτηθεί πόσα χρωστάει η τουριστική βιομηχανία μας στην Αφροδίτη της Μήλου; Είναι ένα από τα δύο δημοφιλέστερα εκθέματα, μαζί με την Τζοκόντα, του Λούβρου. Στην αίθουσά της συνωστίζονται Ιάπωνες. Η Αφροδίτη είναι διάσημη στην Ιαπωνία. Η ανακαίνιση της αίθουσας που τη φιλοξενεί στο Λούβρο έγινε με χορηγίες τηλεοπτικών δικτύων της Ιαπωνίας. Γιατί; Επειδή το 1964 την είχε δανείσει η Γαλλία στην Ιαπωνία για να εκτεθεί σε ένα μεγάλο μουσείο. Φαντασθείτε τι θα γινόταν αν δανείζαμε τον Ποσειδώνα του Αρτεμισίου ή μια Καρυάτιδα.

Εν κατακλείδι. Είναι σωστή η απόφαση του ΚΑΣ να δώσει άδεια στον οίκο Dior για να φωτογραφίσει τη συλλογή του στην Ακρόπολη. Το πρόβλημα δεν είναι η «εμπορευματοποίηση». Το πρόβλημα είναι η ισορροπία που απαιτείται να τηρηθεί ανάμεσα στο «κοινότοπο» και στο «εξαιρετικό». Το «κοινότοπο» είναι μια εικόνα που κυκλοφορεί ελεύθερα, με αποτέλεσμα να χάσει την αξία της ως «εξαιρετική». Απ’ την άλλη, η θρησκευτική προσήλωση στο «μη μου άπτου» του εξαιρετικού κινδυνεύει να το κάνει να σβήσει από την ασφυξία της «εξαιρετικής» μοναξιάς του. Απ’ αυτήν την ισορροπία θα κριθεί το μέλλον του πολιτισμού μας.

Προσωπικά, πολύ θα ήθελα να ανεβαίνω σήμερα στην Ακρόπολη και να μην έχει αλλάξει τίποτε απ’ τη δεκαετία του εξήντα όταν την πρωτοεπισκέφθηκα με τον πατέρα μου. Προσωπικά, ομολογώ την αμαρτία μου, νοσταλγώ το παλιό Μουσείο της Ακρόπολης που μου θύμιζε αποθήκη ανασκαφής. Oμως, δυστυχώς ή ευτυχώς, έχω συνειδητοποιήσει ότι δεν είμαι μόνος μου σε αυτόν τον κόσμο. Και το χειρότερο: αν κάποιοι μου είχαν κάνει τη χάρη να την αφήσουν στο έλεος του δικού μου γούστου, ενδεχομένως να είχε καταρρεύσει. Επιβίωσε στους αιώνες επειδή είχε βρει τον τρόπο να προσαρμόζεται στις ανάγκες τους χωρίς να χάνει τον χαρακτήρα της. Και αυτή είναι η δική μας υποχρέωση απέναντί της, να μην την αφήσουμε μόνη στο έλεος των δικών μας καιρών. Να της δώσουμε τα μέσα για να συνυπάρξει με τις ανάγκες μας. Αυτό μας ζητάει η Ακρόπολη.