ΑΠΟΨΕΙΣ

Ρευστός νομικός λαϊκισμός

Είχε ένα δίκιο ο πρόεδρος της Ενωσης Δικαστών και Εισαγγελέων (ΕΔΕ), Χριστόφορος Σεβαστίδης, όταν είπε στο διαδικτυακό συνέδριο της Ενωσης με θέμα τον νέο ποινικό κώδικα ότι «στην Ελλάδα είναι συχνό το φαινόμενο να επιβάλλει η χειρότερη μορφή πολιτικής, η δημαγωγία και ο λαϊκισμός τα πορίσματα της επιστήμης, να την ποδηγετεί οριοθετώντας εξαρχής τα πλαίσια στα οποία της επιβάλλει να κινείται και να αξιοποιεί τα συμπεράσματά της μόνο όταν αυτά συμπίπτουν με τους προκαθορισμένους πολιτικούς στόχους» (29.5.2021).

Θα μπορούσε μάλιστα να φέρει ως παράδειγμα τις δηλώσεις που είχε κάνει έξωθεν του Μεγάρου Μαξίμου ο πρώην πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας Νίκος Σακελλαρίου, ο οποίος μετά τη συνάντησή του με τον τότε πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα είχε πει μεταξύ άλλων: «Το καθήκον μας ως δικαστών είναι να πιάσουμε τον σφυγμό της ελληνικής κοινωνίας και να μπορέσουμε με τις αποφάσεις μας και την άψογη τήρηση της διαδικασίας μήπως τυχόν δώσουμε μια ελπίδα, μια ώθηση προς τα εμπρός στην κοινωνία». Είχε προσθέσει, δε, ότι το ΣτΕ «έδειξε μέχρι τώρα το κοινωνικό του πρόσωπο και θα συνεχίσει να το κάνει», επικαλούμενος «τη μάχη που έδωσε το δικαστήριο για να μη μειωθούν περαιτέρω μισθοί και συντάξεις» (6.10.2016).

Είναι ανησυχητικό αυτό που διαπίστωσε ο πρόεδρος της Ενωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, ότι δηλαδή «η νομική επιστήμη στη χώρα μας ετεροκαθορίζεται από τις ανορθολογικές κραυγές των μέσων ενημέρωσης και των αγανακτισμένων πολιτών που διψούν για εκδίκηση και απαιτούν διαρκώς αυστηροποίηση της νομοθεσίας». Μόνο που δεν κρώζουν ανορθολογικώς μόνον «οι αγανακτισμένοι των μειωμένων ποινών». Υπάρχουν και επιφανείς δικηγόροι του ΣΥΡΙΖΑ, που επισήμαναν ότι «κατά τη διαμόρφωση της συνείδησής του, ο δικαστής οφείλει να λαμβάνει υπ’ όψιν του και το κοινό περί δικαίου αίσθημα και αυτό δήλωσε και ο πρόεδρος του ΣτΕ με την αναφορά του στην κοινωνία» (Γιάννης Μαντζουράνης, ΣΚΑΪ, 7.10.2016).

Είναι δυσδιάκριτα τα όρια κοινωνίας – δικαιοσύνης. Η δεύτερη δεν υπάρχει ερήμην της πρώτης και εκ των πραγμάτων επηρεάζεται παντοιοτρόπως. Ο «ετεροκαθορισμός», όμως, είναι μεγάλη κουβέντα και δεν αφορά τα μέσα ενημέρωσης ή τους αγανακτισμένους (με κάθε αφορμή) πολίτες. Αυτοί, καλώς ή κακώς, κάνουν τη δουλειά τους και γι’ αυτό φωνάζουν. Σε μια Δημοκρατία πρέπει να ακούγονται και οι ανορθολογισμοί για να επιτευχθούν οι ορθολογικές λύσεις. Αλλού υπάρχει το πρόβλημα: «Ο ετεροκαθορισμός της νομικής επιστήμης» προϋποθέτει ανθρώπους που ετεροκαθορίζονται από τις ανορθολογικές κραυγές· μην πούμε γι’ αυτούς που θεωρούν καθήκον τους «να πιάσουμε τον σφυγμό της ελληνικής κοινωνίας». Και αυτοί δεν είναι μόνον οι πολιτικοί που, στο κάτω κάτω της γραφής, έχουν το κίνητρο επανεκλογής.

Επομένως, οι διδαχές του προέδρου της Ενωσης Δικαστών και Εισαγγελέων πρέπει να αφορούν τα μέλη της Ενωσής του, όσους –τέλος πάντων– δικαστές έχουν ως πρώτο τους καθήκον να πιάνουν τον σφυγμό της κοινωνίας.

Το πρόβλημα είναι πως ο λαϊκισμός είναι ρευστός. Απαξ και διαχυθεί, μπορεί να στάξει από εκεί που δεν το περιμένεις. Οταν οι δικαστές έχουν ως πρώτο καθήκον να ακούν τον σφυγμό της κοινωνίας, αναγκαστικώς θα τον ακούσουν για κάθε ζήτημα. Είτε αυτό αφορά τους μισθούς και τις συντάξεις είτε τις αυστηρότερες ποινές.