ΑΠΟΨΕΙΣ

Πολύ αργά για τη βλαχιά

Τίποτε δεν δίνεται τζάμπα. Ουδέν καλόν αμιγές κακού. Οπως το πολύ χρήμα που πέφτει στην οικονομία απειλεί να την υπερθερμάνει, έτσι και στο επίπεδο της κουλτούρας, η μεταπανδημική ευφορία απειλεί να οδηγήσει σε έναν θυμικό πληθωρισμό.

Απειλεί μήπως να μας γυρίσει εκστατικώς στους τρόπους εκείνης της ανάπτυξης που έμοιαζε αέναη, μέχρι που εξέβαλε στη χρεοκοπία; Απειλεί να μας ξανακάνει ΠΑΣΟΚ;

Είναι πολύ νωρίς για να αρχίσει κάποιος να φοβάται τέτοιο «ράλι». Οι μεγάλοι νυχτερινοί συγχρωτισμοί είχαν μέχρι στιγμής –άνευ μουσικής– τον ρυθμό της ήπιας εκτόνωσης – όχι της παραφοράς. Τα γαμήλια γλέντια είναι πολλά, αλλά υγειονομικώς λιτά. Τα αυτοκίνητα άρχισαν να ξεπουλάνε και τα ακίνητα να ακριβαίνουν· αλλά αυτό συμβαίνει παντού στον κόσμο.

Είναι όντως νωρίς να αρχίσει κανείς να ανησυχεί για πολιτισμικές υποτροπές, όταν η κοινωνία δεν έχει ακόμη προλάβει να βγάλει το κεφάλι από τις αλλεπάλληλες κρίσεις. Και όμως, κάποιες κεφαλές που ξεμυτίζουν μοιάζουν δυσοίωνες.

Πώς, ας πούμε, να καταλάβει κανείς την αυτάρεσκη επανεμφάνιση του εκδότη των περιοδικών που κάποτε κόμπαζε ότι ξεβλάχεψε τον κόσμο; Ερχεται πάλι η ίδια «ανάπτυξη»;

Η ακριβή φάρσα της αποβλάχευσης –μια αποτυχημένη πλαστική στα συντηρητικά στερεότυπα που φάνηκε ότι δεν ήταν χειραφέτηση όταν άρχισαν να σκάνε τα συνθετικά της εμφυτεύματα– επιστρέφει τώρα σε φθηνότερη εκδοχή; Ή διεκδικεί στα σοβαρά μια επαναληπτική δόση;

Είναι πολύ νωρίς για να μιλήσει κανείς για τα μεταπανδημικά ήθη. Είναι όμως σε θέση να δει ότι δεν μπορούμε πια να επιστρέψουμε στη χρεοκοπική υποκουλτούρα. Είμαστε άλλοι.

Οι γενιές που δεν πρόλαβαν καλά καλά να ζήσουν την εποχή της αμεριμνησίας, δεν έχουν ανάγκη ντόπιους μεσάζοντες για να επικοινωνήσουν με τα ρεύματα έξω. Καταναλώνουν τα πολιτιστικά προϊόντα και διαποτίζονται από τις μόδες απευθείας, σε ζωντανό χρόνο. Το «feed» τους δεν χρειάζεται βοηθούς μάσησης. 

Για τους ίδιους λόγους, οι γενιές αυτές δεν έχουν ανάγκη από κάποιον που θα καμουφλάρει τη λαϊκότητά τους – που θα τους δώσει μια αχνιστή πετσετούλα για να σκουπίσουν τη βλαχιά από τα λαδωμένα τους δάχτυλα. Δεν κουβαλάνε ανατολίτικες μειονεξίες έναντι της Ευρώπης, για να χρειάζεται να τις ρεφάρουν με νεοπλουτίστικες υπερβολές.

Η «διαρροή εγκεφάλων» –είτε συντελέστηκε με μετανάστευση των σωμάτων είτε μόνο ψηφιακά– ισοδυναμεί και με νέα καλωδίωσή τους. Ισοδυναμεί με τη διατομή του πολιτισμικού λώρου που κρατούσε τις νέες γενιές καθηλωμένες στις παλιές αξίες.

Τίποτε δεν δίνεται τζάμπα. Αλλά και τίποτε δεν ξοδεύεται χωρίς κάποιο όφελος. Μπορεί να πει κανείς ότι στη σπαταλημένη δωδεκαετία –που ξοδεύτηκε σε χρεοκοπία και πανδημία– δεν μάθαμε πολλά. Προλάβαμε, όμως, να ξεμάθουμε ό,τι αισθητικά άξιζε μόνο να ξεμαθευτεί. 

Pulp

Κυκλοφορεί, πάντως, και πάρα πολλή ποίηση, που είναι πολτός πριν από την πολτοποίηση.

Να καεί, να καεί

Την Παρασκευή, ο Τσίπρας απαίτησε να μιλήσει εκτός διαδικασίας στo τέλος των επίκαιρων ερωτήσεων. Απαίτησε δηλαδή για δεύτερη φορά να παραβιαστεί ο κανονισμός, προκειμένου να μιλήσει μόνος, με τους βουλευτές του να τον χειροκροτούν. Οταν ο πρόεδρος της Βουλής τού αρνήθηκε το εξωθεσμικό μονόπρακτο, ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης άρχιζε να φωνάζει ότι τον φιμώνουν. 

Για ποιον λόγο, όμως, επέμενε ο Τσίπρας να πάρει τον λόγο; Τι ήθελε να πει; Ηθελε να παρουσιάσει πρόταση νόμου του κόμματός του, η οποία προβλέπει ότι οι βουλευτές των κομμάτων που έχουν χρέη, θα καταβάλλουν το 40% της αποζημίωσής τους για την εξυπηρέτηση αυτών των χρεών. 

Η πρόταση εμπνέεται από την παλιά αντισυστημική καχυποψία – «να πληρώσουν οι μπαταχτσήδες πολιτικοί», «να βάλουν το χέρι στην τσέπη». Ο συνδυασμός του αντικοινοβουλευτικού λαϊκισμού με την ακτιβιστική σκηνοθεσία εντός του βουλευτηρίου επιβεβαιώνει τη ροπή του ΣΥΡΙΖΑ προς το παρελθόν του. Επιβεβαιώνει την ανάγκη του κόμματος να επιστρέψει στην πλατεία και στις μούντζες κατά του Κοινοβουλίου.