ΑΠΟΨΕΙΣ

Το σπαγκάτο του προοδευτικού

Αριστερόμετρα, δεξιόμετρα τέλος. Οποιος είδε την Τετάρτη τη συζήτηση στη Βουλή, θα παρατήρησε τη διελκυστίνδα για την ιδιοκτησία του όρου «προοδευτικός». Ποιος είναι πιο προοδευτικός; Και πώς θα τον μετρήσουμε;

Ο Μητσοτάκης διεκδικεί την πρόοδο γιατί η κυβέρνησή του σπάει απολιθωμένα καθεστώτα, όπως ο εργασιακός νόμος, που ίσχυε από το 1982. Η μητσοτακική εκδοχή του προοδευτισμού μοιάζει έτσι με αυτό που λέγαμε «μεταρρυθμισμό» ή, παλαιότερα, «εκσυγχρονισμό». Το προοδευτικόμετρο που αντιτείνει ο Τσίπρας λειτουργεί με τα σταθμά του εικοστού αιώνα: προοδευτικός είναι απλώς το αντίθετο του δεξιού.

Η αλήθεια είναι ότι ο προσδιορισμός μπορεί να κολλήσει και στις δύο ιστορικές παρατάξεις. Προοδευτική είναι η Κεντροδεξιά που έχει απαγκιστρωθεί από τις προκαταλήψεις του κοινωνικού και εθνικιστικού συντηρητισμού. Προοδευτική είναι η Κεντροαριστερά που έχει χειραφετηθεί από τον κρατισμό και τον παλαιάς κοπής συνδικαλισμό. Με αυτά τα μέτρα, η ελληνική Κεντροδεξιά κατάφερε μετά τον εκλογικό κατακλυσμό του 2012-2015 να ανασυγκροτηθεί υπό μια φιλελεύθερη ηγεσία, που δεν δεσμεύεται από τα ταμπού του παρελθόντος. Απέναντι, στον χώρο της Κεντροαριστεράς, η κρίση προκάλεσε τον εκπασοκισμό της άλλοτε «ανανεωτικής» Αριστεράς και, εντέλει, τον αναπασοκισμό του ίδιου του ΠΑΣΟΚ, οι προοδευτικές συνιστώσες του οποίου έχουν πια αποσυρθεί ηττημένες.

Εχουν κοινωνική αντιστοίχιση αυτές οι ταμπέλες; Παρακολουθώντας την αντιπαράθεση στη Βουλή για τα εργασιακά –αλλά και τις γραμμές σε άλλα μέτωπα όπως η εκπαίδευση– θα έλεγε κανείς ότι οι δύο εκδοχές της Κεντροαριστεράς (ΣΥΡΙΖΑ, ΚΙΝΑΛ) εκπροσωπούν τη νοσταλγία για την προχρεοκοπική Ελλάδα. Φιλοδοξούν να εκφράσουν όσους μετά το 2010 δεν έχασαν μόνο εισόδημα, αλλά και κοινωνικό status. Τους απαξιωμένους από αυτό που απολάμβαναν στο παρελθόν και αποξενωμένους από αυτό που τους παρουσιάζεται ως μέλλον. Η κυβέρνηση, στον αντίποδα, επενδύει στη μελλοντολογία – στον ρομαντισμό του «Greece 2.0».

Από αυτή τη χονδροειδή ταξινόμηση διαφεύγουν οι εσωτερικές αντινομίες της πλειοψηφίας που φαίνεται να στηρίζει ακόμη την κυβέρνηση. Η βάση της νεομητσοτακικής Ν.Δ. δεν είναι τάχα μια αμιγής «προοδευτική» πρωτοπορία. Είναι μάλλον ένα υβριδικό σύνολο στο οποίο έχει συναντηθεί η παραδοσιακή κομματική πελατεία με κεντρώα, εξωστρεφή στρώματα. Εχει συναντηθεί η κοινοτιστική ανασφάλεια με την κοσμοπολίτικη αυτοπεποίθηση.

Αυτή η εσωτερική διαχωριστική γραμμή, που απείλησε να διχάσει οριστικά τη μεσαία τάξη κατά τη διάρκεια της κρίσης, υποχρεώνει την ηγεσία της Ν.Δ. σε ένα διαρκές σπαγκάτο: Με το ένα πόδι πρέπει να ακουμπάει στους λίγους που εμπνέονται από τη νεωτεριστική της επαγγελία· και με το άλλο να συγκρατεί τους πολλούς που συνιστούν τον εκλογικό της κορμό. Οι προοδευτικοί κυβερνούν χάρη στις ψήφους των συντηρητικών.

Αν είναι έτσι, η νεομητσοτακική ηγεσία καλείται να ενώσει τα δύο σκέλη αυτής της βάσης, προσανατολίζοντάς τα σε κοινές προσδοκίες. Δεν καλείται απλώς να εκφράσει τη μεσαία τάξη. Καλείται να την ξαναφτιάξει. 

Φλοράλ

Μηχανικός ο Τσίπρας και διαχειριστής της πολυκατοικίας ο Μητσοτάκης, οκέι. 

Μόνο μη βάλουμε διακοσμητή τον Βαρουφάκη.

Πανικοπωλεία

Κανείς δεν ξέρει προτού αποφασίσει το δικαστήριο ποιος είναι ο αυτουργός του εγκλήματος στα Γλυκά Νερά. Αυτό που ξέρουμε όμως είναι με ποιον τρόπο πρέπει να ξανακούσουμε τις πανικόβλητες διακηρύξεις που ζητούσαν «εδώ και τώρα» αλλαγή του ποινικού κώδικα. Ο κλονισμός των βεβαιοτήτων που είχαν σχηματιστεί πάνω στο ζεστό αποτύπωμα του εγκλήματος μάς υποδεικνύει πόσο παραπλανητικός και θεσμικά τοξικός είναι κάθε φορά ο πανικός. Και αντιστοίχως: Πόσο κούφιες είναι οι πολιτικές καριέρες που διεκδικούν έρεισμα στον αποτροπιασμό της κοινής γνώμης. Εκτός από τη πορνογράφηση του δράματος, που πωλούν ορισμένα media, και την αιμοχαρή δημαγωγία, που εξασκούν ορισμένοι πολιτικοί, ευθύνη έχουν και οι Αρχές: Ακόμη αντηχούν οι διαρροές για τις συμμορίες των αλλοδαπών· ακόμη μπορεί κανείς να γκουγκλάρει τα διοχετευθέντα σενάρια για τους ξένους κακοποιούς που συλλαμβάνονται στα σύνορα. Από τα ΜΜΕ και τους πολιτικούς μεταπράτες του φόβου είναι δύσκολο να περιμένει κανείς αυτοσυγκράτηση σε εγκλήματα με τέτοιες προδιαγραφές φαντασμαγορίας. Από τις Αρχές όμως νομιμοποιείται να απαιτεί τουλάχιστον επαγγελματισμό και σιωπή.