ΑΠΟΨΕΙΣ

Γράφοντας με τη φωτιά

Ο Ρουμάνος σκηνοθέτης Αλεξάντερ Νανάου παραλαμβάνοντας, πριν από λίγες ημέρες, το βραβείο κοινού LUX 2021 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για το εξαιρετικό ντοκιμαντέρ του «Collective», δήλωσε: «Θέλουμε να καταπολεμήσουμε τη διαφθορά στην Ευρώπη και θέλουμε ελεύθερο Τύπο. Οι κοινωνίες δεν εξελίσσονται χωρίς πολιτισμό, παιδεία και ελεύθερο Τύπο. Εχετε καθήκον να υποστηρίξετε τους πολίτες μας, να ρυθμίσετε τις δαπάνες για τον πολιτισμό και να προστατεύσετε τη δημοσιογραφία». Η ταινία του (έχουμε αναφερθεί σε αυτήν, στις «Αναγνώσεις» και πάλι, 23/5/2021) έχει ως τίτλο το όνομα του νυχτερινού κέντρου «Collectiv» του Βουκουρεστίου, όπου μια πυρκαγιά το 2015 άφησε πίσω της 27 νεκρούς και 180 τραυματίες. Στις εβδομάδες μετά την τραγωδία, 37 ακόμη εγκαυματίες υπέκυψαν στα νοσοκομεία εξαιτίας μολύνσεων από βακτήρια. Η έρευνα μιας αθλητικής ρουμανικής εφημερίδας αποκάλυψε ένα ασύλληπτο κύκλωμα διαφθοράς και το χυδαίο κουκούλωμα ενός κραυγαλέου σκανδάλου: διοικητές νοσοκομείων δέχονταν νοθευμένα απολυμαντικά που παρείχε μια συγκεκριμένη εταιρεία. Το ντοκιμαντέρ ακολουθεί τους δημοσιογράφους στην επίμονη, μεθοδική και γενναία διαδρομή τους ώς την αποκάλυψη αυτού του τρομακτικού συστήματος και στην, εν μέρει, τιμωρία των υπευθύνων. 

Την ερχόμενη εβδομάδα στη διάρκεια του 23ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης (24 Ιουνίου – 4 Ιουλίου) θα προβληθεί, στο τμήμα των Ανοιχτών Οριζόντων, μια ταινία από την Ινδία: «Γράφοντας με τη φωτιά» («Writing with Fire») των Ριντού Τόμας, Σουσμίτ Γκος. Στην Ούταρ Πραντές, μία από τις 28 Ομόσπονδες Πολιτείες της Ινδίας, μια ηλεκτρονική εφημερίδα, μοναδική, εκδίδεται από γυναίκες Ντάλιτ («κατώτερης κάστας», που βρίσκονται στο κοινωνικό περιθώριο). Η 30χρονη αρχισυντάκτρια Μίρα και οι συνεργάτιδές της (μία από τις πιο ικανές είναι μόλις 20 χρόνων) κυκλοφορούν ατρόμητες και δημοσιογραφούν μέσα σε έναν κόσμο όχι απλώς ανδροκρατούμενο αλλά και κακοποιητικό στις γυναίκες, βαθιά διεφθαρμένο, επικίνδυνο. Εναν κόσμο ακατανόητο, σχεδόν, για τον δυτικό άνθρωπο. Φτώχεια, εξαθλίωση, οι κάστες είναι ο απόλυτος ρυθμιστικός παράγοντας της ζωής, κυριολεκτικά. 
Οπλισμένες με smartphones, αυτές οι ακαταπόνητες γυναίκες Ντάλιτ καταγράφουν γεγονότα, «ανακρίνουν» πολιτικούς και διοικητικούς υπαλλήλους, αστυνομικούς, δικαστικούς, διερευνώντας υποθέσεις βιασμών (αναρίθμητων) και βίας. Η Μίρα και οι απροσδόκητες νεαρές ρεπόρτερ αντιμετωπίζουν τις πληγές της χώρας τους με κατανόηση και επιμονή. Ελίσσονται αξιοθαύμαστα και ανυποχώρητα και όχι απλώς επιβιώνουν αλλά το κανάλι τους στο Youtube, το Khabar Lahariya, αγγίζει –και ίσως ξεπερνάει– τα 150 εκατ. επισκέψεις. Ακόμη και για την Ινδία με τα εκατοντάδες εκατομμύρια –πάνω από 1 δισ.– πληθυσμού, οι ηλεκτρονικές αυτές «επισκέψεις» δηλώνουν επιτυχία και αποδοχή. 

Αλλάζουν οι καιροί πραγματικά για τις γυναίκες; Αναρωτιέται η ομάδα, που κινείται μέσα σε λάσπες, χώματα και σπίτια-τρώγλες, όπου άνθρωποι προσπαθούν να σταθούν όρθιοι από συνεχή ραπίσματα. Αντρες που βλέπουν τις κόρες και τις γυναίκες τους να βιάζονται, χωρίς να μπορούν να αντιδράσουν, ένας εξαθλιωμένος ηλικιωμένος που σχολιάζει στοχαστικά: «Εγώ, δυο κάστες ξέρω μόνο: τους ανθρώπους και τα ζώα». Μία από τις συνεργάτιδες της Μίρα δεν μπορεί να φορτίσει το κινητό της γιατί… απλούστατα δεν έχει ηλεκτρικό στο σπίτι της! Οι συνθήκες μέσα στις οποίες εργάζονται αυτές οι δημοσιογράφοι είναι αδιανόητες για έναν οποιονδήποτε επαγγελματία του Τύπου στη Δύση. Κι όμως κατορθώνουν να βιντεοσκοπούν, να τρυπώνουν ανάμεσα στα πλήθη, να σπεύδουν σε εγκλήματα και βιασμούς, να παίρνουν συνεντεύξεις από πολιτικούς ή υποψήφιους πολιτικούς, να καταγράφουν προεκλογικές εκστρατείες. 

Αν κανείς έχει αμφιβολία για την αναγκαιότητα των ΜΜΕ δεν έχει παρά να παρακολουθήσει αυτά τα δύο ντοκιμαντέρ. Δεν είναι μόνον το σχεδόν εγκαταλελειμμένο αξίωμα ότι «η δημοσιογραφία αποτελεί έναν τρόπο για να κάνουμε τη ζωή μας καλύτερη», που σε αυτές τις δύο ταινίες αναβαπτίζεται, τροφοδοτώντας πηγές αισιοδοξίες. Είναι και κάτι ακόμη: το θάρρος να συγκρουστεί κανείς με τη διαφθορά όχι από μιας μορφής «ιδιοτέλεια» ή εμμονή αλλά γιατί είναι αδιαπραγμάτευτο. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος «για να κάνουμε τη ζωή μας καλύτερη». Κι αυτό είναι ένα εύσημο που κατακτάται· δεν απονέμεται.