ΑΠΟΨΕΙΣ

Ηταν πολλά τα «μπιπ»…

Αν πιστέψουμε τα όσα ισχυρίζεται ο 49χρονος κατηγορούμενος για τον τρόπο με τον οποίο έδρασε στην Εθνική Πινακοθήκη και το πώς διέφυγε ανενόχλητος από το κέντρο της Αθήνας, τότε δεν θα έπρεπε να μιλάμε μόνο για τη «ληστεία του αιώνα», για τα ελληνικά δεδομένα, αλλά και για την πιο… σουρεαλιστική, που όμως εκθέτει όλες τις πλευρές.

«Δεν θυμάμαι πόσες βραδιές καθόμουν κρυμμένος στα φυτά και παρατηρούσα τους φύλακες. Μπορεί να το είχα κάνει και πάνω από 50 φορές μόνο το τελευταίο 6μηνο πριν από την κλοπή. Ετσι κατάφερα και απέκτησα πάρα πολύ καλή γνώση των συστημάτων ασφαλείας. Ηξερα όλες τις συνήθειες των φυλάκων, πότε άλλαζαν βάρδια, ποιος κάπνιζε, ποιος έβγαινε στον κήπο», λέει ο κατηγορούμενος στην απολογία του («Κ», 29/6/2021). 

Παρακάτω διαβάζουμε: «Με τα χέρια μου προσπάθησα να ανοίξω τα φύλλα της μπαλκονόπορτας. Στη δεύτερη ή τρίτη προσπάθεια, κατάλαβα ότι οι μπαλκονόπορτες ήταν ανασφάλιστες και θα άνοιγαν αν τραβούσα πιο δυνατά. Μόλις κουνήθηκε λίγο η μπαλκονόπορτα ακούστηκε ένα “μπιπ” το οποίο κατάλαβα ότι θα καλούσε τον φύλακα». Ο φύλακας ήρθε, έφυγε, ο 49χρονος βγήκε έξω και μετά ξαναγύρισε, όπως λέει, στο ίδιο σημείο. «Εμεινε εκεί κάποια δευτερόλεπτα, τον άκουσα να μουρμουρίζει κάτι. Θεώρησα ότι είχε αρχίσει να εκνευρίζεται και έβριζε μόνος του γιατί δεν μπορούσε να βρει τι συμβαίνει, αφού δεν έβλεπε την μπαλκονόπορτα. Τότε αποφάσισα ότι εκνευρίζοντας τον φύλακα είναι ο καλύτερος τρόπος να πραγματοποιήσω την κλοπή, κάνοντάς τον να πιστέψει ότι υπάρχει τεχνικό πρόβλημα στις ζώνες του συναγερμού». Τις τελευταίες φορές που ανοιγόκλεισε την μπαλκονόπορτα κανένας δεν ήρθε παρά τα «μπιπ» του συναγερμού. 

Κατά τις 4 τα ξημερώματα, ο δράστης λέει ότι αφαίρεσε τους πίνακες του Πικάσο, του Μοντριάν και το έργο του Μονκάλβο μέχρι που –επιτέλους– κάποιος τον αντιλήφθηκε. Αφού βγήκε έξω τρέχοντας, λέει πως κρύφτηκε σε μια «αποθηκούλα» στο διπλανό πάρκο. «Οι αστυνομικοί έψαξαν το πάρκο, αλλά δεν άνοιξαν την αποθήκη γιατί η πόρτα ήταν κλειστή. Βγήκα μετά από πολλή ώρα. Πήγα στη στάση του λεωφορείου. Δεν είχε πολλή αστυνομία. Ρώτησα δυο κοπέλες τι συμβαίνει και τελικά επέστρεψα σπίτι με ταξί», όπως ισχυρίζεται.

Αν λοιπόν πιστέψουμε τα όσα ισχυρίζεται, ή ακόμη και τα μισά από αυτά, ο δράστης εκθέτει πολλαπλώς την Εθνική Πινακοθήκη, τα συστήματα ασφαλείας και τις Αρχές. Κανείς δεν σκέφτηκε να ελέγξει έναν άνθρωπο που περνούσε ώρες στους θάμνους χαζεύοντας το κτίριο και τους φύλακες. Κανείς δεν κλείδωσε τις μπαλκονόπορτες, κανένας αστυνομικός δεν σκέφτηκε να ανοίξει την πόρτα μιας αποθήκης. Ενας κλέφτης «ξεγέλασε» ένα σύστημα που θεωρητικά προστάτευε έργα τέχνης αξίας, όχι μόνο συμβολικής, αλλά και πολλών εκατομμυρίων ευρώ, σε μία από τις καλύτερα φυλασσόμενες περιοχές της Αθήνας. Η Εθνική Πινακοθήκη τελευταία έμαθε για την κλοπή των έργων, τελευταία και για την ανεύρεσή τους.